~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ειδήσεις, νέα και ρεπορτάζ από τις παροικίες των Αρκάδων.......................... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Γραφεία Εφημερίδας: Πυθίας 6, πλατεία Κυψέλης ΤΚ 11364 Αθήνα, Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Σύμβουλος Έκδοσης: Πάνος Σ. Αϊβαλής
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

28 χρόνια

28 χρόνια
........................Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, τηλ.: 210 8656.731, 6974 796681, email: petrosaivalis@gmail.com

Η αρχαία Αρκαδία δεν είχε τα όρια του σημερινού νομού και ήταν αποκλειστικά μεσόγεια, καταλαμβάνοντας το εσωτερικό της Πελοποννήσου, χωρίς να βρέχεται καθόλου από θάλασσα. Περιελάμβανε τις επαρχίες, Μαντινείας, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, τη βόρεια Κυνουρία, όλη την επαρχία Καλαβρύτων, τα δυτικά της Κορινθίας και της Αργολίδας, τμήμα της Ολυμπίας, τμήμα της Ηλείας και τη Λακωνική Αράχωβα.

 my-tips-collection

Αφιερωμένο στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου το νέο τεύχος του περιοδικού Πρακτορείο του ΑΠΕ


Με ένα τεύχος γεμάτο από ένδοξες στιγμές, αλλά και σκοτεινές παρενθέσεις, μιας εποχής που σημάδεψε την Ελλάδα, κυκλοφορεί σήμερα το περιοδικό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρακτορείο, με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Το Πρακτορείο στέκεται κυρίως στις ανθρώπινες ιστορίες της κατοχής, που περνούν κάθε χρόνο στο περιθώριο των εορταστικών εκδηλώσεων, στα ψιλά των αφιερωμάτων.

Το Πρακτορείο, νιώθοντας υποχρέωση προς τους νεότερους, αλλά και υποχρέωση να θυμίσει γιατί θυσιάστηκε μια γενιά, μεταφέρει ιστορίες, όπως θα μας τις έλεγαν οι παππούδες μας, οι γιαγιάδες μας, αποφεύγοντας να κάνει Ιστορία, τουλάχιστον με την επιστημονική διάστασή της, να διεκδικήσει το αλάθητο. Κυρίως όμως να μάθουν οι νεότεροι και να θυμηθούν οι μεγαλύτεροι, διότι όπως αντιλαμβανόμαστε όλο και περισσότερο η ανθρωπότητα είναι εύκολο να γλιστρήσει και πάλι σε μαύρες εποχές και ζοφερές ιδεολογίες.
Στις 32 σελίδες του Πρακτορείου ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει για το τι ακριβώς γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου, για τους «σαλταδόρους», τα παιδιά ήρωες που αντιστάθηκαν στους ναζί, την αντίσταση στη Θεσσαλονίκη, τις πρώτες ημέρες στα ελληνοαλβανικά σύνορα, τις διηγήσεις δύο γερόντων της Πάτρας, από εκείνη την εποχή, αλλά ακόμη και τις διαμάχες των ανθρώπων των γραμμάτων μέσα στην κατοχή, για τις άσχημες περιπέτειες των λαϊκών τραγουδιστών, την αντεπίθεση των μπαλαδόρων στους κατακτητές, ιστορίες υπέροχων ηρώων όπως ο Ιβάνωφ και άλλα πολλά.
Ποια 28η Οκτωβρίου;
Του Ανδρέα Μακρίδη
Τι ακριβώς γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου και γιατί; Ποιος είναι ο λόγος που όλα τα κράτη της Ευρώπης γιορτάζουν την απελευθέρωσή τους ενώ εμείς μονάχα την έναρξη του πολέμου; Είναι αυτό μια εθνική ιδιαιτερότητα, ένας αναχρονισμός ή μήπως μια ιστορική ανορθογραφία που θα πρέπει με κάποιον τρόπο να διορθωθεί;
Από την εποχή της απελευθέρωσης και μέχρι σήμερα, ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου έχει πάντα μια πολιτική χροιά. Για του νικητές του Εμφυλίου και επί δεκαετίες, το «Όχι» ξεκινούσε από την περιγραφή ενός ηρωικού Μεταξά και έφτανε μέχρι τη γενναιότητα του Έλληνα στρατιώτη που «πέταξε τους Ιταλούς στη θάλασσα». Το γεγονός ότι ο Μεταξάς είχε βασανίσει και εξορίσει ακόμα και κορυφαίους πολιτικούς της αστικής παράταξης, έμοιαζε να μην έχει καμία σημασία: το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου ήταν απλώς «ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος», και ο Μουσσολίνι ήταν «ο Ντούτσε», ή στην καλύτερη περίπτωση, ο «δικτάτορας της Ιταλίας». Η λέξη «φασισμός» ήταν κρυμμένη στη μέσα τσέπη απ' το σακάκι, πλάι στον καλοδιπλωμένο Τύπο της Αριστεράς.
Μετά τη Χούντα ήρθε η εποχή της μεγάλης και ηχηρής αμφισβήτησης. Για την Αριστερά, παλαιά και νέα, όπως ανδρώθηκε στη χουντική επταετία, «το Όχι το είπε ο Λαός», ενώ ο Μεταξάς και το Επιτελείο του, «ζητούσαν μόνο λίγες ντουφεκιές για την τιμή των όπλων». Εάν ακολουθούσε κανείς τον συλλογισμό αυτό μέχρι τέλους, θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως ο Έλληνας στρατιώτης το '40, υπήρξε ο πρώτος στην Ιστορία, που νίκησε μαζί με τον αντίπαλο και τους ίδιους του τους αξιωματικούς - και η ελληνική στρατιωτική ιεραρχία, η πρώτη που κέρδισε έναν πόλεμο που ήθελε να χάσει...
Με την καθολική αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1981, νομιμοποιήθηκε και η de facto εισαγωγή της στους σχολικούς εορτασμούς. Μπορεί ο Άρης και ο Σαράφης να απουσίαζαν από τα σχολικά εγχειρίδια, αλλά τα αντάρτικα τραγούδια τους αντηχούσαν στα σχολικά αμφιθέατρα της 28η. Η απέναντι παράταξη δεν είχε τίποτε να αντιπροτείνει, έχοντας ξεχάσει και η ίδια τους δικούς της αγωνιστές Η «εθνική συμφιλίωση» του '89, καθιέρωσε και σχέσεις αβρότητας απέναντι στους παλιούς αντιπάλους, μέχρι που η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έφερε στο προσκήνιο την αμφισβήτηση της αμφισβήτησης: Τους ιστορικούς που επισκέπτονταν με νέα ματιά, τα χρονοντούλαπα του παλιού ΓΕΣ και του υπουργείου Τύπου και Πληροφοριών του '50.
Η εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων, έμελε να φέρει στο προσκήνιο και κάποια ξεχασμένα πολιτικά υποσύνολα: Είναι η σπορά των ηττημένων - όχι του Εμφυλίου αυτή τη φορά, αλλά του 1945: Οι πολιτικοί απόγονοι της 4ης Αυγούστου και της ΕΣΠΟ, οι δημόσιοι υπερασπιστές της Ειδικής Ασφάλειας και των Ταγμάτων Ασφαλείας, με τις όποιες εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους.
Ξεκινάμε λοιπόν απ' το σημείο μηδέν; Όχι ακριβώς. Αφού η γειτνίαση με τον μεταξικό ολοκληρωτισμό δεν μπορεί να αποφευχθεί στο πλαίσιο του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου, πολλοί πλέον προτείνουν την σταδιακή αντικατάστασή του, με μια γιορτή της απελευθέρωσης. Μια γιορτή που θα ερχόταν να συναντήσει τις αντίστοιχες εκδηλώσεις των άλλων ευρωπαϊκών λαών, ενσωματώνοντας και την αντιφασιστική παρακαταθήκη της Εθνικής Αντίστασης, για να χειροκροτήσει τελικά, όχι απλώς την απελευθέρωση της πατρίδας μας, αλλά και την απαλλαγή της Ευρώπης απ' τον χιτλερικό εφιάλτη.
Η προσέγγιση αυτή, δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον. Απέχει πολύ ωστόσο απ' το να αποτελεί πανάκεια. Κι οι λόγοι είναι περισσότεροι από ένας.
Έχουμε κουραστεί στη χώρα μας να επαναλαμβάνουμε ότι?η Ευρώπη αυτή δεν είναι η Ευρώπη που ονειρευόμαστε, η Ευρώπη του Ντε Γκωλ, του Σουμάν και του Αντενάουερ. Η ρήση αυτή, ήταν και παραμένει εν πολλοίς, ένας τρόπος για να διατηρούμε ακέραιη την φαντασίωση, ότι παραμένουμε ως λαός πιστοί στα ευρωπαϊκά ιδεώδη σε πείσμα των καιρών. Αν όμως τα ιδεώδη αυτά ήταν ποτέ ζωντανά, πρωτίστως θα έπρεπε να αφορούν τους λαούς και τα κράτη που τα προέβαλαν, και όχι εμάς που τα εισαγάγαμε. Την ίδια ώρα που η Ελλάδα θυμάται τον Ντε Γκάσπερι, τον Μπραντ, τον Κράισκι, ή έστω τον Γκένσερ και τον Μιτεράν, στις χώρες της Βαλτικής οι συνεργάτες των χιτλερικών ανακηρύσσονται εθνικοί ήρωες, η Ευρώπη υψώνει τείχη για τους πρόσφυγες που εν πολλοίς κι η ίδια δημιούργησε, στην Αυστρία η ακροδεξιά χτυπά την πόρτα της Προεδρίας, στην Ουγγαρία ένα ανοιχτά ρατσιστικό κόμμα συγκεντρώνει το ένα πέμπτο των ψήφων. Η ακροδεξιά αναμένεται να κρίνει το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών στην Γερμανία, ενώ στη Γαλλία, μια πιο ήπια εκδοχή της διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία στην πολιτική της ζωή.
Την ίδια ώρα που η Ελλάδα στρέφεται προς την Ευρώπη για έναν νέο εορτασμό σε ένα πλαίσιο πανευρωπαϊκό, δεν αποκλείεται η Ευρώπη να χρειάζεται να στραφεί προς την Ελλάδα. Κι αυτό είναι κάτι που κανείς δεν δείχνει έτοιμος να διαχειριστεί.
Αν πάλι οι ευρωπαϊκές χώρες εορτάζουν την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την νίκη των Συμμάχων, αντί για την έναρξη των αγώνων τους ενάντια στη χιτλερική λαίλαπα, αυτό πρωτίστως οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότερες απ' αυτές, είτε δεν μπόρεσαν, είτε δεν θέλησαν να προβάλουν σοβαρή αντίσταση ενάντια στον προελαύνοντα κατακτητή τους. Με εξαίρεση την Βρετανία, την Σοβιετική Ένωση και την Νορβηγία, οι δυνάμεις του Άξονα δεν δυσκολεύτηκαν να κατακτήσουν τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες κι ακόμα και η μαρτυρική Πολωνία που αντιστάθηκε επί έναν μήνα, δεν είχε διστάσει προηγουμένως, το 1938, να καρπωθεί και ένα τμήμα της Τσεχοσλοβακίας στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Μονάχου, που αναγνωρίζεται σαν δώρο προς τον Χίτλερ. Η τιμή που οφείλεται στην Ελλάδα, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι υπήρξε απ' τις ελάχιστες χώρες που υπερασπίστηκε το έδαφός της επί επτά μήνες (συμπεριλαμβανόμενης και της Μάχης της Κρήτης), με πάνω από 13000 νεκρούς και 62000 τραυματίες, μόνη της με την βοήθεια ελάχιστων Βρετανών στρατιωτών κι εθελοντών από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, και αναμένοντας μάλιστα εισβολή από τρία διαφορετικά μέτωπα.
Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη πτυχή, πιθανόν και η σοβαρότερη. Ο εορτασμός της νίκης, μοιάζει με εορτασμό υπό όρους μία χαρά που ενσωματώνει τη βεβαιότητα του κεκτημένου. Η θύμηση όμως του «Όχι», ενέχει την υπερηφάνεια για έναν αγώνα που δόθηκε χωρίς βεβαιότητα, αν όχι και με την πρόβλεψη των ρεαλιστών, ότι η μικρή Ελλάδα θα λύγιζε στην προσπάθεια. Εάν υπήρξε διαφορά, ανάμεσα στο αγωνιώδες ερώτημα του Μεταξά στον Γκράτσι, «ώστε λοιπόν έχουμε πόλεμο;» και στο «Όχι» του ελληνικού λαού απ' το Καλπάκι και τα Οχυρά ως την Κρήτη, η διαφορά ήταν ακριβώς αυτή: Ο Μεταξάς, ο Γεώργιος, ο Μπάκος, ο Παπάγος, ο Πλαστήρας, προδίκαζαν την έκβαση της μάχης και πρότειναν τις συμμαχίες ανάλογα. Για τον λαό μας, δεν υπήρξε δίλημμα.
Η 28η Οκτωβρίου δεν καθιερώθηκε με βασιλικό ή προεδρικό διάταγμα. Καθιερώθηκε ως γιορτή, την πρώτη επέτειό της τον Οκτώβριο του '41, με την κατάθεση λουλουδιών στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, στ' άγαλμα του Φεραίου, του Σολωμού, του Μπάυρον και του Βαλαωρίτη, στ' άγαλμα του Κολοκοτρώνη και του Παύλου Μελά. Με τις αυθόρμητες διαδηλώσεις που χτύπησαν οι Ιταλοί καραμπινιέροι, με ηχηρές αποδοκιμασίες των δωσιλόγων. Και η επέτειος τιμήθηκε απ' όλες τις οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης, με προκηρύξεις, παράνομες συγκεντρώσεις, αναζωπύρωση της νεολαίας.
Γιορτάζανε το «Όχι» οι Έλληνες αγωνιστές; Γιορτάζανε το «Όχι», το σύνθημα για «Αέρα», την Κορυτσά - την πρώτη πόλη που αποσπάστηκε, έστω για λίγο, απ' τα νύχια του Εχθρού σε όλη την Ευρώπη. Την ελευθερία που κατέκτησε ο ελληνικός Τύπος την 28η Οκτωβρίου του '40, να διαπομπεύει τον Μουσολίνι και την απάνθρωπη ιδεολογία του. Το διάγγελμα που αναγκάστηκε να εκφωνήσει ο ίδιος ο θαυμαστής του φασισμού, ο Ιωάννης Μεταξάς την 22α Νοεμβρίου του 1940, δηλώνοντας ότι «ο φασισμός δεν είναι δυνατόν να ανεχθή ποτέ εις τους κόλπους του ανθρώπους αγωνιζόμενους δια τα μεγάλα και υψηλά ιδανικά».
Μας ενδιαφέρει η κληρονομιά αυτή; Ή μήπως λυγίζοντας απ' το βάρος μιας αδυσώπητης σχετικότητας, είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε, ακόμα και τη δουλεία μας με ανταλλάγματα;
Η 28η Οκτωβρίου, δεν υπήρξε μονάχα μια πολεμική κινητοποίηση. Ήταν και ένα «γράμμα απ' το μέτωπο» - ένα μήνυμα ανεκπλήρωτο ως τις μέρες μας, που μονάχα η ποιητική πέννα του Άγγελου Σικελιανού μπόρεσε να περιγράψει.
 Και μήπως
θαρρείς που εδώ ψηλά κρατούμε αχνάρια
φτωχά του χρόνου, ή γνοιάστηκε η ψυχή μας
αν θε να λιώσουν κάποτε τα χιόνια
αν είναι να γυρίσουμε στην ίδια
που ξέραμε άνοιξη;
Είστ' έτοιμοι ή δεν είστε να τη δεχτείτε τέτοιαν άνοιξη? ρωτάει τον Έλληνα ο στρατιώτης.
 Ίσως,
να πεις μπορεί, την περιμένουν κάποιοι
τέτοια που λέω, βγαλμένη απ' το καμίνι
της μάχης, απ' τις μάχες πυρωμένη
σάμπως χαλκό αναμμένο, με τη ζώνη
πολεμικά ζωσμένη, με τα μάτια
σα φλόγα, και στα χείλη της απάνω
του λαού τη γλώσσα, απόκριση ζητώντας
στην ίδια γλώσσα απ' όλους σας...
Έτσι ίσως,
μ' αποκριθείς, την περιμένουν κάποιοι...
Μα οι άλλοι;
...Ακόμα είναι πολλοί αυτού κάτω;
Αυτοί, που στο ζεστό τους το κρεβάτι
τρεμολογάν να ονειρευτούν το χιόνι,
μα απ' τα παχιά τα στρώματά τους ξάφνου
πετιώνται από βρυκόλακες, να μπούνε
στον ψεύτικό τους τάφο, να γλιτώσουν
μιαν έρμη ζωή που οι ίδιοι ορίζοντές της
πλατύτεροι απ' τον τάφο αυτό δεν είναι;
Αυτοί, που τρέμουν του λαού τη γλώσσα
σαν άκουσμα σειρήνας;
Πες μου, φίλε...
Αλλ' όχι... αλλ' όχι... Τι θα πεις, το ξέρω!
...Πνέμα γυμνό! Ευωδιά σπαθιού πλυμένου
μες στ' άχαρο αίμα των εχτρώνε! Νίκη,
νίκη στα σκιάχτρα απ' άκρη σ' άκρη...Τρόμος
ναι, τρόμος στα φαντάσματα!
Η Ελλάδα
θε να γυρίσει να βρει την Ελλάδα!
Φίλε χαίρε!
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Τρεις φίλοι απ τον Βύρωνα κούρσεψαν το καμιόνι
Η πείνα στην Κατοχική Ελλάδα που σχεδόν μετετράπη σε γενοκτονία του λαού μας, χτύπησε περισσότερο τα παιδιά. Αυτά, με τους ηρωισμούς τους και τη θέληση για ζωή, είναι οι «σαλταδόροι», που έκαναν δύσκολη τη ζωή στους κατακτητές, είναι οι άγνωστοι πρωταγωνιστές που θυμίζει το περιοδικό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρακτορείο.
Αν και ο όρος «σαλταδόρος» στη διάρκεια δεκαετιών είναι μάλλον κακόφημος, εντούτοις με αυτόν αναφερόμαστε στη διάρκεια της φασιστικής Κατοχής στην Ελλάδα, σε εκείνους τους ατρόμητους πιτσιρικάδες που οδηγημένοι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης «σάλταραν» στα καμιόνια των κατακτητών που μετέφεραν τρόφιμα, πετώντας στο δρόμο κουραμάνες για τους ανθρώπους που λιμοκτονούσαν.
Άλλες φορές έπαιρναν μαζί τους όσα τρόφιμα μπορούσαν να κουβαλήσουν και η πεινασμένη λαϊκή γειτονιά ξανάσαινε για μια στιγμή, γιατί δεν κρατούσαν τίποτα κρυμμένο, απλά, φυσικά, όπως ζούσαν οι λαϊκές οικογένειες μοίραζαν τα τρόφιμα, πρώτα-πρώτα στα ορφανεμένα σπίτια και σε όσους είχαν ανάγκη.
Μικροκατεργαραίοι σαν παιδιά της γειτονιάς, επιστράτευσαν μυαλά-ξυράφια και κορμάκια με ευελιξία αίλουρου για να ζήσουν. Συγκρότησαν ομάδες ανά περιοχή, οργάνωσαν κρυψώνες, συνδέθηκαν με την Αντίσταση, παραδίδοντας στην Οργάνωση, όπως έλεγαν το ΕΑΜ, όπλα που καμιά φορά αποτελούσαν μέρος της λείας τους.
Παιδιά της γειτονιάς που η ανάγκη τα οδήγησε να «χαρτογραφήσουν» με άλλο μάτι τους δρόμους που πριν την Κατοχή έπαιζαν, εντόπισαν τις «παγίδες» για τα καμιόνια που συνήθως ήταν ανηφόρες ή διασταυρώσεις του δρόμου με τις ράγες του τραίνου, καθώς εκεί τα φορτηγά «έκοβαν» ταχύτητα.
Τα ονόματά τους είναι ζωντανά ακόμα στους συντρόφους τους της γενιάς τους, για τους υπόλοιπους είναι ξεχασμένα στα λασπωμένα σοκάκια των ανατολικών συνοικιών και των φτωχογειτονιών του Πειραιά.
Αξίζει όμως να θυμόμαστε και αυτή την πλευρά του λαϊκού αγώνα, γιατί και σε αυτή την πάλη για ζωή, πολλά παιδιά ξεψύχησαν από σφαίρες φασιστών, για ένα καρβέλι ψωμί και για ένα πακέτο μακαρόνια.
Τα παιδιά στον πόλεμο κατά της πείνας
Οι πιτσιρικάδες-σαλταδόροι του Βύρωνα ήταν η μεγαλύτερη ομάδα από όλες όσες δρούσαν σε διάφορες συνοικίες. Τόπος συγκέντρωσης ήταν το Ζάππειο, πίσω από το γυμναστήριο «Φωκιανός» ή λίγο παρακάτω στο βαριετέ «Όαση». Εκεί αντάμωναν τα πρωινά για να χωριστούν στη συνέχεια σε μικρότερες ομάδες ανά δύο ή το πολύ ανά τρεις.
Όπως αναφέρει ο Φώντας Φιλέρης οι σαλταδόροι είχαν εφεύρει τρείς λέξεις για να συνεννοούνται μεταξύ τους: Η πρώτη ήταν το λίιου , η δεύτερη το ντουντουντου και η τρίτη το χάπατες.
Την πρώτη λέξη την φώναζαν με όλη την δύναμη της φωνής τους οι αργοπορημένοι μέχρι να ακούσουν την απόκριση και να συναντηθούν με τους άλλους. Η δεύτερη λέξη σήμαινε «όρμα δεν σε βλέπει κανένας» και η τρίτη προειδοποιούσε πως υπάρχει κίνδυνος.
Το κυνήγι του θησαυρού γινόταν στα μέρη που σίγουρα σύχναζαν Γερμανοί: Ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», Παναθηναϊκό Στάδιο, Κολυμβητήριο, Στύλοι Ολυμπίου Διός, Ακρόπολη και ξανά πίσω.
Οι πιο τολμηροί την έστηναν στα Χαυτεία, ενώ ο Φώντας Φιλέρης αναφέρει τρία πρόσωπα, τον Μάκη Κανδύλη, τον Γιώργο Καμπάνη και άλλον έναν που δεν κατονομάζει ως τους πρώτους που σάλταραν πάνω στα γερμανικά καμιόνια.
Στην αρχή της πλατείας Ομονοίας, όπου τα καμιόνια κόβανε ταχύτητα, αυτά τα τρία παλικαρόπουλα σκαρφάλωναν στην καρότσα κι ώσπου να φτάσει το καμιόνι στην στροφή της Πειραιώς αρπάζανε ότι βρίσκανε μέσα κι εξαφανίζονταν.
Γιώργος Μηλιώνης
* Το πλήρες κείμενο στο περιοδικό ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ, που κυκλοφορεί σήμερα.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Θεσσαλονίκη της κατοχής και της αντίστασης
Στις 6 Απριλίου του 1941 τα ναζιστικά στρατεύματα εξαπέλυαν επίθεση στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα και στις 9 του μηνός έμπαιναν στη Θεσσαλονίκη.
Οι Θεσσαλονικείς, μουδιασμένοι, αντίκρισαν τις ερπύστριες των τανκς να «χαρακώνουν» το οδόστρωμα της παραλιακής, τη «σβάστικα» να υψώνεται στο Λευκό Πύργο και μετά σε δημόσια κτίρια και τον ναζιστικό στρατό να παρελαύνει σε μια πόλη, που ακόμη δεν είχε «συνέλθει» από τα δεινά του Α΄Π.Π, και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Με τα κοιμητήρια των νεκρών στρατιωτών και των δύο πολέμων, διάσπαρτα στην ως τότε περιφέρεια της πόλης, με ισχυρά τραυματισμένο τον αστικό της ιστό από την πυρκαγιά του 1917, με εξουθενωμένη την οικονομική και κοινωνική της βάση και με τις οξύτατες ταξικές και κοινωνικές αντιθέσεις να «κοχλάζουν» κάτω από μια επιφανειακή ηρεμία, η ναζιστική κατάκτηση - καθώς είχε ήδη υποτάξει όλη την Ευρώπη - δεν υπολόγιζε να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση. Κι όμως, λίγες μόνο μέρες μετά την είσοδο των κατακτητών, τον Μάιο του 1941, η πρώτη αντιστασιακή εφημερίδα και η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση της χώρας η «Ελευθερία» καλούσε από τη Θεσσαλονίκη το λαό σε αντίσταση. Στην πλειοψηφία τους οι Θεσσαλονικείς δεν συντάχθηκαν, ούτε και αποδέχθηκαν την κατοχή, κάποιοι επέλεξαν το δρόμο της ενεργητικής αντίστασης και άλλοι της ανυπακοής, με σκοτεινή εξαίρεση μια μειοψηφία δοσίλογων, που συνεργάστηκε και ενίοτε ξεπέρασε σε βαρβαρότητα ακόμη και τον ίδιο το στρατό κατοχής.
Στην οδό Τσιμισκή 72 εγκαταστάθηκε ο θηριώδης μηχανισμός της «Γκεστάπο». Η Βέρμαχτ χρησιμοποιούσε ως βάση της το Αρσακλί, το σημερινό Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Ένα πυκνό, ασφυκτικό δίκτυο πληροφοριών, πλήρους ελέγχου απλώθηκε παντού στην πόλη. Η παραβίαση των ανθρώπινων και των ατομικών δικαιωμάτων, ο εξευτελισμός, ο διασυρμός της προσωπικότητας, η περιφρόνηση της ζωής μπήκε σε ημερήσια διάταξη. Με πιο μελανή την περίοδο, του «μαύρου» χειμώνα του 1941-42, «οπότε δύο χιλιάδες Θεσσαλονικείς «θερίστηκαν» από την πείνα και πολλοί περισσότεροι, σχεδόν τετραπλάσιοι, από διάφορες αιτίες και στερήσεις» όπως αναφέρουν οι ιστορικοί, κατά το διάστημα 1941-1944 μια αλληλουχία από πολιτικά, κοινωνικά και στρατιωτικά γεγονότα κινήθηκαν σχεδόν έξω από τα όρια της ανθρώπινης λογικής, στα όρια της αποκτήνωσης.
Το μαρτύριο των Εβραίων της πόλης στην πλατεία Ελευθερίας τον Ιούλιο του 1942 ήταν μόνο ένα προμήνυμα. Τα φυλετικά μέτρα, το «άστρο του Δαβίδ» στο πέτο, η καταγραφή, η λεηλασία των περιουσιών τους, η υποκριτική και ύπουλη μεθόδευση του διοικητή του Γ' Ράιχ, τον Μαξ Μέρτεν, για δήθεν «απαλλαγή» των ομήρων της Ισραηλιτικής Κοινότητας από καταναγκαστικά έργα έναντι λύτρων και η επιβίβαση των Εβραίων της πόλης στα «βαγόνια του θανάτου» λίγο πριν καταβληθεί η τρίτη και τελευταία δόση, ο εκτοπισμός και ο αφανισμός τους στο Άουσβιτς, ήταν μόνο μια πλευρά της αδίστακτης, παρανοϊκής τακτικής των ναζί. Η άλλη πλευρά της ήταν πρωτοφανής εφαρμογή, ενάντια στις αρχές κάθε έννοιας δικαίου, του μέτρου της «συλλογικής ευθύνης», οι εκτελέσεις αθώων αμάχων πολιτών ακόμη και παιδιών για κάθε επίθεση σε βάρος γερμανού στρατιώτη, η ενεργοποίηση των «γερμανοντυμένων» οπλισμένων σωμάτων, με προεξάρχοντες τους Δαγκουλαίους και τον Πούλο, οι σφαγές στο Χορτιάτη, στα Γιαννιτσά, στο Ασβεστοχώρι και αλλού στη Μακεδονία και σε όλη τη χώρα, συμπλήρωναν την εικόνα της οδυνηρής κατοχικής περιόδου.
Ο τύπος φιμώθηκε, μόνο ο «δοσιλογικός» τύπος κυκλοφορούσε, οι εφημερίδες τη «Νέα Ευρώπη» και την «Απογευματινή της Θεσσαλονίκης» που εκθείαζαν τους «θριάμβους» του ναζισμού στα διάφορα μέτωπα, έβριθαν αντισημιτικών κειμένων ειδικά από το 1943 και μετά και προέβαλλαν μια «μαγική εικόνα» πόλης, που «διασκέδαζε» και «ευημερούσε» κάτω από τη μπότα των ναζί! Εκτός από τη δημοσίευση των διαταγών της κατοχικής διοίκησης, διάνθιζαν τις λιγοστές τους σελίδες με πληθώρα εκδηλώσεων που απευθύνονταν, όχι βέβαια στον χειμαζόμενο λαό, αλλά στους λίγους ευνοούμενους από το καθεστώς του τρόμου, κατέχοντες, «μαυραγορίτες» και συνεργάτες, με προαναγγελίες χοροεσπερίδων, διαφημίσεις καζίνο, κέντρων διασκέδασης.
Την ψηφιοποίηση του «δοσιλογικού» τύπου επιμελήθηκε πρόσφατα ο καθηγητής του ΠΑ.ΜΑΚ. Βλάσης Βλασίδης, αναδεικνύοντας πλευρές της «γκεμπελικής» διάστασης του πιο στυγνού κατοχικού καθεστώτος.
Η Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1944. Τα στρατεύματα του Ε.Λ.Α.Σ. μπήκαν στην πόλη, πολιόρκησαν στο κτίριο της Χ.Α.Ν.Θ. και αφόπλισαν τους εναπομείναντες δοσίλογους, απέτρεψαν την ανατίναξη των εγκαταστάσεων του λιμανιού, του κεντρικού υδραγωγείου της πόλης, στην περιοχή της Παναγίας Φανερωμένης και της Ηλεκτρικής Εταιρίας. Παράλληλα, λόχος του εφεδρικού Ε.Λ.Α.Σ. Μυλεργατών διέσωσε τους «Μύλους Αλλατίνη», από τους δοσίλογους. Αρκετοί ακολούθησαν τους γερμανούς στην αποχώρηση τους, πολλοί συντρίφθηκαν από τον ΕΛΑΣ στη μάχη του Κιλκίς, αλλά τελικά ελάχιστοι τιμωρήθηκαν με αμελητέες ποινές, ή και απαλλάχθηκαν από τα μεταπολεμικά δικαστήρια, μέσα σε ένα ταραγμένο πολιτικό κλίμα, στο διάστημα από την απελευθέρωση μέχρι και το ξέσπασμα του ελληνικού εμφυλίου.
Φάνης Γρηγοριάδης
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι θηριωδίες και ο αγώνας για επιβίωση
Δύο γέροντες από την Πάτρα περιγράφουν στο περιοδικό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρακτορείο, όσα έζησαν στην κατοχή. Τις καταστροφές, το θάνατο, τα αντιστασιακά κατορθώματα, αλλά και τους ναζί που θέριζαν και τους μαυραγορίτες που αλώνιζαν.
Ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος 93 χρονών σήμερα και ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος 87 χρόνων περιγράφουν στο «Πρακτορείο» τα όσα βίωσαν κατά την διάρκεια τη κατοχής στην Πάτρα. Ο Μ. Μιχαλόπουλος, μεγαλύτερος σε ηλικία, πήρε τη μεγάλη απόφαση να ενταχθεί σε δίκτυο αντίστασης που λειτουργούσε μέσα στην Πάτρα «γιατί το έλεγε μέσα μας», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος περιγράφει θηριωδίες των Γερμανών, αλλά και τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση, χωρίς βέβαια να ξεχνούν και οι δύο την δράση των μαυραγοριτών.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
«Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, φύγαμε με την οικογένειά μου από την Πάτρα, για να γλιτώσουμε από τους βομβαρδισμούς. Βρήκαμε καταφύγιο σε ένα κοντινό χωριό, το Καστρίτσι. Όμως, έπειτα από λίγο καιρό επιστρέψαμε στην πόλη, όπως και άλλα παιδιά, που είχαν φύγει και αυτά με τις οικογένειές τους. Θέλαμε να βοηθήσουμε αυτές τις δύσκολες ώρες. Έτσι συμμετείχαμε στις προσπάθειες για την «οχύρωση» των καταφυγίων. Αρχίσαμε να κουβαλάμε σακιά με άμμο, τα οποία προηγουμένως τα γεμίζαμε στην παραλία των Ιτεών. Με αυτά τα σακιά «κτίζαμε» τις πόρτες των υπογείων, που χρησιμοποιούνταν ως καταφύγια». Σε αυτό το σημείο ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος αρχίζει να περιγράφει το πώς ήλθε σε επαφή με Βρετανούς στρατιωτικούς.
«Πήγαινα στο σπίτι του στρατιώτη, που βρισκόταν στο κέντρο της Πάτρας. Εκεί έμαθα από Βρετανούς στρατιωτικούς, οι οποίοι ετοιμάζονταν να φύγουν από την πόλη, πως πλησιάζουν οι Γερμανοί στην Πάτρα.
Έπειτα από λίγες ημέρες, συνεχίζει ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος, οι Γερμανοί μπήκαν στην Πάτρα. «Θυμάμαι πως βρισκόμουν στην οδό Κορίνθου, στο ύψος του Αρσακείου και έβλεπα τους Γερμανούς με τις μηχανές που είχαν δίπλα το καλάθι. Ένα ιερέας που βρισκόταν μέσα στο κτίριο του Αρσακείου, προσπαθούσε να εμψυχώσει όσους πατρινούς ήσαν εκεί. Μετά κυριάρχησε η σιωπή, γιατί ο κόσμος φοβόταν. Στην συνέχεια όσοι είχαν συγγενείς ή φίλους που κατοικούσαν σε χωριά έφυγαν, γιατί δεν ήξεραν τι θα ακολουθήσει».
Σε αυτό το σημείο, ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος αρχίζει να εξιστορεί το πώς ξεκίνησε την αντιστασιακή του δράση. «Εγώ και άλλα παιδιά θέλαμε να αγωνιστούμε για την πατρίδα μας, το έλεγε μέσα μας και έτσι εντάχθηκα στην ομάδα που ονομαζόταν «Διασυμμαχική Αποστολή».
Σκοπός αυτού του δικτύου αντίστασης, όπως λέει ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος, ήταν «η κυκλοφορία προκηρύξεων για να ενθαρρύνουμε το φρόνημα των κατοίκων της Πάτρας, αλλά και η συγκέντρωση πληροφοριών, για την οργάνωση σαμποτάζ».
Μεταξύ άλλων τα μέλη του δικτύου παρακολουθούσαν τους δρόμους από την Πάτρα προς την Αθήνα και τον Πύργο, όπως και τις εγκαταστάσεις των Γερμανών και των Ιταλών, για να πληροφορούνται τις κινήσεις τους.
Πρώτη επαφή, όπως λέει, έγινε με τον δικηγόρο Κώστα Πρεβεδούρο, τον οποίο αργότερα εκτέλεσαν οι Γερμανοί, για να πάρει τις πρώτες προκηρύξεις.
«Όταν συγκεντρώναμε πληροφορίες», συνεχίζει ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος, «πηγαίναμε σε συγκεκριμένα καταστήματα στην Πάτρα, όπου οι ιδιοκτήτες τους ανελάμβαναν να τις στείλουν, με την βοήθεια ενός αγωγιάτη, σε κλιμάκιο Άγγλων, που ήσαν εγκατεστημένοι στην κοινότητα Σούλι της Πάτρας. Από εκεί οι πληροφορίες έφθαναν στο Κάιρο, προκειμένου να καταστρωθούν τα σχέδια για σαμποτάζ.
Όσον αφορά στο επιχειρησιακό σκέλος της «Διασυμμαχικής Αποστολής», ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος λέει πως το είχαν αναλάβει Έλληνες, Άγγλοι Γάλλοι και Πολωνοί αξιωματικοί, οι οποίοι έπεφταν με αλεξίπτωτα στην Αχαΐα, αλλά και την Κορινθία, προερχόμενοι από το Κάιρο. Ανάμεσα στους έλληνες αξιωματικούς που ήλθαν στην Πάτρα και ανέλαβαν αντιστασιακή δράση ήσαν οι υπολοχαγοί Μανώλης Καμπάκης και Βαγγέλης Βανδουλάκης.
Πολλοί από αυτούς τους αξιωματικούς κρύβονταν σε σπίτια Πατρινών, οι οποίοι κινδύνευαν με εκτέλεση αν τους εντόπιζαν οι κατακτητές. Αφού λοιπόν οι στρατιωτικοί, λέει ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος, «έπαιρναν τις απαραίτητες πληροφορίες από τους πατρινούς, οργάνωναν στην συνέχεια το δίκτυο κατασκοπείας και προχωρούσαν σε σαμποτάζ σε συνεργασία με πατριώτες». Μία από τις επιχειρήσεις που οργανώθηκαν από τους πατρινούς, ήταν η ανατίναξη νοσοκομειακού πλοίου, το οποίο θα απέπλεε από το λιμάνι με Γερμανούς στρατιώτες και όχι τραυματίες. Όμως κινδύνευσαν να γίνουν αντιληπτοί και έτσι ματαίωσαν την ανατίναξη. «Όταν ένας από την ομάδα επιχείρησε να αφοπλίσει την βόμβα που θα έμπαινε στο πλοίο εξερράγη και τον τραυμάτισε θανάσιμα. Τότε ξεκίνησε μια μεγάλη προσπάθεια για να κρύψουμε και τις άλλες πέντε βόμβες που είχαμε, ώστε μα μην μας εντοπίσουν οι Γερμανοί.»
Όσο για το προαναφερόμενο πλοίο, οργανώθηκε νέα επιχείρηση που είχε αποτέλεσμα, αφού προκλήθηκε φθορά.
Σε αυτό το σημείο ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο μέλος του δικτύου, τον Μιχάλη Κατραβά, που τραυματίστηκε θανάσιμα από την βόμβα. «Ο Μιχάλης πριν ξεσπάσει ο πόλεμος εργαζόταν στον ΣΠΑΠ. Όμως, όταν ξεκίνησε η κατοχή, αρνήθηκε να συνεχίσει τη εργασία του, διότι δεν ήθελε με κανένα τρόπο να προσφέρει την οποιαδήποτε υπηρεσία στους κατακτητές».
Όσο για τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στην Πάτρα, ο Μιχάλης Μιχαλόπουλος θυμάται: «Τι να σας πω. Πείνα και δυστυχία. Είχαμε ταράξει τα λάχανα, ότι βρίσκαμε το μαγειρεύαμε και εννοείτε χωρίς λάδι, που να το βρεις το λάδι.» Όσο για τους μαυραγορίτες θυμάται χαρακτηριστικά μια φράση τους: «Βάστα Ρόμμελ να ξεπουλήσουμε».
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος όταν ξέσπασε ο πόλεμος ήταν 11 χρονών και η ημέρα που βομβαρδίστηκε η Πάτρα, στις 28 Οκτωβρίου του 1940, θα μείνει για πάντα χαραγμένη στην μνήμη του. «Από τις βόμβες που έριξαν τα ιταλικά αεροπλάνα σκοτώθηκε στην περιοχή της Τριών Ναυάρχων, όπου εργαζόταν, ο αδελφός μου ο Ντίνος, που τότε ήταν 16 χρόνων. Μαζί του δούλευε και ο άλλος μου ο αδελφός, ο 18χρονος Διονύσης, ο οποίος τραυματίστηκε».
Περιγράφοντας στην συνέχεια για τα όσα έζησε κατά την διάρκεια της κατοχής, στέκεται σε ένα γεγονός, που όπως τονίζει, «δεν ξέχασα και δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω»: «Περνώντας μια ημέρα από τη πλατεία των Ψηλών Αλωνίων είδα κρεμασμένα στα δέντρα περισσότερα από 15 παιδιά, που ήταν, δεν ήταν, 16 με 17 χρόνων. Τους είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί σε αντίποινα γιατί βοηθούσαν τους αντάρτες».
Συνεχίζοντας να περιγράφει τις ημέρες της κατοχής θυμάται: «Μέναμε στην συνοικία της Αγίας Τριάδας. Το δημοτικό κατάφερα να το τελειώσω στο γυναικωνίτη της εκκλησίας, αφού το σχολείο το είχαν μετατρέψει οι Γερμανοί σε φυλακές. Όσο για τις συνθήκες της ζωής, φτώχεια, πείνα και δυστυχία. Πηγαίναμε στα συσσίτια της εκκλησίας και τρώγαμε λίγο φαγητό μέσα σε ένα κυπελλάκι, που συνήθως ήταν όσπρια, και λίγη κουραμάνα. Στο σπίτι είχαμε μόνο λάχανα, που τα βράζαμε μόνο με νερό, ενώ αν βρίσκαμε λίγο λάδι, τότε πανηγυρίζαμε. Επίσης, πηγαίναμε μαζί με τα άλλα αδέλφια μου στα Ζαρουχλέικα, στα Συχαινά, στον Ομπλό και σε άλλες περιοχές κοντά στην Πάτρα, για να βρούμε λίγα ξύλα, ώστε να ζεσταθούμε. Παράλληλα, προσπαθούσαμε να κλέβουμε φρούτα και χόρτα, για να ξεγελάσουμε την πείνα μας».
Όσο για τους μαυραγορίτες, ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος, θυμάται το εξής περιστατικό: «Ένας εξάδελφος μου αναγκάστηκε να δώσει το σπίτι του και το μαγαζί του, για να πάρει ένα σακί με αλεύρι».
Επίσης, θυμάται ότι πατρινοί έδιναν ότι είχαν μέσα στα σπίτια τους, από τιμαλφή μέχρι ρούχα και έπιπλα, για να εξασφαλίσουν λίγα τρόφιμα.
Ακόμη περιγράφει και τις ημέρες αγωνίας που έζησαν, όταν οι Γερμανοί συνέλαβαν τον αδελφό του τον Διονύση, που είχε τραυματιστεί την πρώτη ημέρα του πολέμου. «Τον συνέλαβαν μαζί με άλλα παιδιά από την γειτονιά και τους οδήγησαν στα σχολεία στην περιοχή «Μαρούδα», που λειτουργούσαν ως φυλακές. Τα άλλα παιδιά τα πήγαν στο κτήμα Λυμπερόπουλου και τα εκτέλεσαν. Μέχρι να τον δούμε τον Διονύση να επιστρέφει στο σπίτι, πιστεύαμε ότι οι Γερμανοί τον είχαν σκοτώσει.»
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ηλίας Κάνιστρας
Λογοτεχνικές διαμάχες μέσα στην κατοχή
Το περιοδικό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρακτορείο φιλοξενεί δύο άγνωστες ιστορίες του λογοτεχνικού κόσμου και των ανθρώπων των γραμμάτων της εποχής, που ακόμη απασχολούν την επιστημονική κοινότητα.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η περίοδος της Κατοχής δεν ήταν για τους ανθρώπους της λογοτεχνίας μια περίοδος απόσυρσης και σιωπής, αλλά το ακριβώς αντίθετο: μια εποχή γεμάτη ένταση και ζωντάνια, με πολλές συγκρούσεις (ιδεολογικές και αισθητικές), καθώς και με πλήθος πρωτοποριακές αναζητήσεις, που από τη μια πλευρά συνέχιζαν τους προβληματισμούς οι οποίοι είχαν προλάβει να αναπτυχθούν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ενώ από την άλλη προετοίμαζαν τον κόσμο ο οποίος θα πρωταγωνιστούσε στη μεταπολεμική σκηνή.
Το παράδειγμα που επιβεβαιώνει περίτρανα το άγρυπνο λογοτεχνικό πνεύμα της Κατοχής είναι η πληθώρα των λογοτεχνικών περιοδικών τα οποία εκδόθηκαν μεταξύ 1941 και 1944 με τον αριθμό τους να πλησιάζει (αν όχι και να ξεπερνά) τα σαράντα. Λογοτεχνικά περιοδικά όπως τα «Μακεδονικά Φύλλα», τα «Πειραϊκά Γράμματα», τα «Μακεδονικά Γράμματα», η «Νεοελληνική Μούσα», το «Ξεκίνημα», η «Φοιτητική Τέχνη» και οι παράνομοι (ήταν επιρροή του ΚΚΕ) «Πρωτοπόροι» αποτέλεσαν το πεδίο μιας πρωτοφανούς ανθοφορίας. Εκεί δημοσιεύτηκαν ποιήματα και διηγήματα των οποίων οι αντιστασιακές αιχμές έμπαιναν κάτω από τη μύτη του κατακτητή (τα λογοτεχνικά περιοδικά αποτέλεσαν τη βάση για τη γέννηση της αντιστασιακής λογοτεχνίας), εκεί ξιφούλκησαν οι μαρξιστές στους καβγάδες τους με την ιδεαλιστική παράταξη, εκεί εκφράστηκαν οι απόψεις των εκπροσώπων της Γενιάς του 1930 για την ανανέωση της ποίησης και του μυθιστορήματος, εκεί, τέλος, φιλοξενήθηκαν οι διαμάχες για τον ρόλο της τέχνης: είναι η τέχνη κλεισμένη στον γυάλινο πύργο της ή έχει παιδαγωγικό και κοινωνικό χαρακτήρα;
Το άλλο ζήτημα που συνεπήρε τους πνευματικούς ανθρώπους της Κατοχής ήταν η πολύκροτη «Δίκη των τόνων». Τον Νοέμβριο του 1941, ύστερα από τρεις διαδοχικές συνεδρίες, η Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών εξαπέλυσε βαριές κατηγορίες εναντίον του καθηγητή της Ιωάννη Κακριδή για δύο βιβλία του: την «Ελληνική Κλασσική Παιδεία» και τα «Σχόλια στον Επιτάφιο του Θουκυδίδη». Ο Κακριδής χρησιμοποιούσε τα βιβλία για τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις και το κατηγορητήριο που του απευθύνθηκε ήταν τριπλό: υιοθετούσε τη δημοτική γλώσσα, απλοποιούσε την ορθογραφία και (το χειρότερο όλων) καταργούσε το πολυτονικό σύστημα. Στο διδακτικό έργο του Κακριδή, ο οποίος προσπαθούσε να εξοικειώσει τους φοιτητές του με μια γραμματεία που έμοιαζε στα μάτια τους νεκρή, οι αρχές του Πανεπιστημίου Αθηνών είδαν έναν θανάσιμο κίνδυνο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό: έναν κίνδυνο ο οποίος στρεφόταν κατά του έθνους και των αιώνιων αξιών του. Η υπόθεση κρίθηκε στη «Δίκη των Τόνων», στην οποία δικηγόροι του Κακριδή ήταν, μεταξύ άλλων, οι Θεμιστοκλής και Κωνσταντίνος Τσάτσος. Τον Ιούλιο του 1942 το δικαστήριο του επέβαλε ποινή προσωρινής (δίμηνης) απόλυσης ενώ το 1943 η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επικύρωσε την ποινή, αποδεικνύοντας ότι το μακρύ χέρι του γλωσσικού ζητήματος, που ταλάνιζε την Ελλάδα από τις αρχές του 20ου αιώνα, είχε φτάσει μέχρι και την Κατοχή, για να ταράξει άλλη μια φορά τα πνεύματα: από τη μια πλευρά η συντήρηση και ο αρχαϊσμός των καθαρευουσιάνων και από την άλλη το φιλελεύθερο φρόνημα του δημοτικισμού.
Το 1945 ο Κακριδής επέστρεψε στη θέση του υφηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), απ? όπου και είχε μετακινηθεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Λίγο αργότερα εξασφάλισε υποτροφία από τη σουηδική κυβέρνηση και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λουντ. Η Κατοχή είχε, έτσι κι αλλιώς, τελειώσει.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
Το μινόρε της κατοχής
Μετά την πρώτη απάντηση στους φασίστες και τους ντόπιους θαυμαστές τους, οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν και αγωνίστηκαν για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωσή τους.
Οι μεγάλες στιγμές ενός λαού που πάλεψε μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες. Μέσα σε συνθήκες καταχνιάς, πείνας και κατατρεγμού. Πολλοί έφυγαν μέσα σε κείνες τις συνθήκες και ανάμεσά τους κάποιοι πού ήταν στηρίγματα αυτού του λαού, καθώς με τα τραγούδια τους, με την μουσική τους, με την φωνή τους, εξέφραζαν τις πίκρες και τα βάσανα του.
Σε αυτούς τους ανθρώπους, τους συνθέτες, μουσικούς και τραγουδιστές που έφυγαν μέσα στην Κατοχή αναφέρεται το περιοδικό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Πρακτορείο.
Υπηρέτησαν όλοι τους το ρεμπέτικο τραγούδι, πλην του Αττίκ, ο οποίος "έφυγε" τον Αύγουστο του 1944 παίρνοντας υπερβολική ποσότητα "βερονάλ" βαθύτατα προσβεβλημένος, καθώς ένας ναζί τον είχε σπρώξει στον δρόμο. Η Κατοχή προσέβαλε ως τα βάθη της ψυχής του τον μεγάλο καλλιτέχνη.
Μέσα στο 1941 έφυγε από την ζωή ο Ανέστος Δελιάς, ή Ανεστάκι, ή Αρτέμης: Ο Δελιάς γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1912. Ήταν πολύ αγαπητός. Στην ζωή του μοιραίο ρόλο έπαιξε μια πόρνη, η οποία τον έριξε στην πρέζα. Ο Δελιάς πέθανε μόνος και το άψυχο σώμα του βρέθηκε σε ένα καροτσάκι στο Βαρβάκειο το 1941.
Ένας άλλος καλλιτέχνης που έφυγε μέσα στην Κατοχή, ήταν ο Γιάννης Εϊτσιρείσης, ή Εϊζερίδης, ή Ιντζιρίδης, ή πιο γνωστός ως Γιοβάν Τσαούς. Από τους καλύτερους μουσικούς.Όταν έπαιζε, ο Μάρκος Βαμβακάρης ακουμπούσε το μπουζούκι του δίπλα και καθόταν να τον ακούσει. "Παίξε ρε Γιοβάνη" τούλεγε ο Μάρκος, "να χαρείς τα παιδιά σου".
Ο Γιοβάν Τσαούς πέθανε τον Οκτώβριο του 1942 από δηλητηρίαση. Έφαγε τηγανόψωμο που έφτιαξε με χαλασμένο αλεύρι που είχε πάρει από κάποιο βομβαρδισμένο πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Λίγες ώρες αργότερα από την ίδια αιτία πέθανε και η γυναίκα του, η οποία έχει γράψει σχεδόν όλους τους στίχους των τραγουδιών του.
Ο Γιώργος Κάβουρας αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις πιο συγκλονιστικές φωνές του ρεμπέτικου τραγουδιού. Έζησε μόνο 36 χρόνια για να μας χαρίσει 70 μόνο ανεπανάληπτες ερμηνείες. Ήταν γνώστης διαφόρων μουσικών οργάνων, αλλά τελικά με την παρέμβαση του Στελλάκη Περπινιάδη, που ήταν και φίλοι, αποφασίζει να ασχοληθεί με το τραγούδι.
Μετά το '40 η κατάσταση αλλάζει, ο Γιώργος Κάβουρας κυνηγιέται από τους Ιταλούς (είχε Ιταλική υπηκοότητα μέχρι το 1936) και περνά στιγμές αγωνίας κρυμμένος και φοβισμένος για την οικογένειά του και για το ίδιο. Το τέλος έρχεται σύμφωνα με τα λεγόμενα της αδελφής του στις 20 Φεβρουαρίου 1943. Δούλευε στο μαγαζί του Στελλάκη στο Χαϊδάρι και λιποθύμησε την ώρα που τραγουδούσε. Στο νοσοκομείο της Νίκαιας που τον πήγαν το οποίο είχαν αναλάβει οι Γερμανοί-Ιταλοί, κανείς δεν έδωσε σημασία και έτσι μετά από έξι μέρες το "αηδόνι" του ρεμπέτικου ξεψύχησε από το εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε πάθει. Στο νοσοκομείο τον μετέφερε ο Γιάννης Αγορόπουλος ή Χατζής που εκείνη την εποχή δούλευε μαζί του. Στα χέρια του Χατζή έγινε τραγουδιστής ο Κάβουρας, ενώ ο Χατζής του συμπαραστάθηκε ως την τελευταία του στιγμή.
Σμυρνιός ήταν και ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Ήταν εξαιρετικός μουσικός και ήταν καθιερωμένος στην Σμύρνη πριν το 1922. Πάνω σε αυτόν και τον Παναγιώτη Τούντα που και αυτός πέθανε μέσα στην Κατοχή στηρίχθηκε το λαϊκό μας τραγούδι πριν να μπει το μπουζούκι.
Ο Παπάζογλου αρνήθηκε να δίνει τραγούδια του στην δισκογραφία γιατί δεν ήθελε να του τα ελέγχουν οι επιτροπές του Μεταξά. Μέχρι τον πόλεμο του '40 ζούσε κάνοντας περιοδείες στην επαρχία και συχνά έβγαινε στη γύρα βγάζοντας πιατάκι.
Επίσης υπάρχει μαρτυρία από τον Γρηγόρη Ασίκη, ότι λίγο πριν πεθάνει ο Παπάζογλου πήγε στην οδό Αθηνάς 33, στο στέκι των μουσικών και μοίρασε σε συναδέλφους του παρτιτούρες πολλών ανέκδοτων τραγουδιών του.
Τα ανέκδοτα αυτά τραγούδια είναι περίπου 100. Ο γιος του Βαγγέλη, Γιώργης μετά από 25 ετών προσπάθειες κατάφερε να μαζέψει περίπου70. Ο Γιώργης Παπάζογλου για την συμμετοχή του στους αγώνες κατά των κατακτητών "τιμήθηκε" δεόντως με φυλακές και εξορίες από το ελληνικό κράτος.
Σμυρνιός ήταν ο Δημήτρης Μπαρούσης, ή Μπαρούς, ή Λορέντζος πού ήρθε στην Ελλάδα μετά το 1922. 'Ηταν επί πολλά χρόνια σύμβουλος του Σωματείου λαϊκών μουσικών. Ο Δημήτρης Μπαρούσης χάρισε το καλό του βιολί στον Μιχάλη Γενίτσαρη. "Έφυγε" το 1944.
Η μαύρη πείνα που θέριζε τα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα τα παιδιά, ο αγώνας του λαού μας για επιβίωση, τα θαρραλέα παιδιά που έγιναν από την ανάγκη σαλταδόροι τραγουδήθηκαν από το ρεμπέτικο τραγούδι.
Επίσης, οι ρεμπέτες επηρεάστηκαν και από τον οργανωμένο αγώνα του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, τραγούδησαν τον αντάρτικο αγώνα, ιδιαίτερα ο Μπαγιαντέρας, μίλησαν μέσα από τα τραγούδια τους για τις λαϊκές γειτονιές της Κατοχής τα μπλόκα και τους αγωνιστές.
Από τις φοβερές συνθήκες της περιόδου της Κατοχής έχασαν την ζωή τους και σπουδαίοι δημιουργοί του λαϊκού μας τραγουδιού, όμως, έφθασαν ως εμάς τα τραγούδια τους από τους πατέρες μας που πάντα κουβαλούσαν μέσα τους το παιδί που υπήρξαν στην Κατοχή, το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν, τον αγιάτρευτο καημό της λαχανίδας, τον φόβο της συσκότισης, τον φίλο που "έφυγε" πολεμώντας στο βουνό, και τις αγωνίες και τους αγώνες της συνοικίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: