~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ειδήσεις, νέα και ρεπορτάζ από τις παροικίες των Αρκάδων.......................... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Γραφεία Εφημερίδας: Πυθίας 6, πλατεία Κυψέλης ΤΚ 11364 Αθήνα, Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Σύμβουλος Έκδοσης: Πάνος Σ. Αϊβαλής
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

28 χρόνια

28 χρόνια
........................Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, τηλ.: 210 8656.731, 6974 796681, email: petrosaivalis@gmail.com


Η αρχαία Αρκαδία δεν είχε τα όρια του σημερινού νομού και ήταν αποκλειστικά μεσόγεια, καταλαμβάνοντας το εσωτερικό της Πελοποννήσου, χωρίς να βρέχεται καθόλου από θάλασσα. Περιελάμβανε τις επαρχίες, Μαντινείας, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, τη βόρεια Κυνουρία, όλη την επαρχία Καλαβρύτων, τα δυτικά της Κορινθίας και της Αργολίδας, τμήμα της Ολυμπίας, τμήμα της Ηλείας και τη Λακωνική Αράχωβα.

 my-tips-collection


[ ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ ]

Εφημερίδες και αγορά

Το δημόσιο αγαθό της πληροφόρησης απέναντι στο κέρδος
Της Ελίζας Παπαδάκη
Κινδυνεύει η ανεξαρτησία του Τύπου; Το ερώτημα τίθεται σε Ευρώπη και Αμερική ολοένα πιο ανησυχητικά τον τελευταίο καιρό. Μεγάλες, ιστορικές εφημερίδες που διακρίνονται στη δημοσιογραφική έρευνα, στην εις βάθος πολύπλευρη ενημέρωση και στη διαμόρφωση γνώμης, αντιμετωπίζουν αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες. Από τους ανταγωνιστές τους, τηλεοπτικά κανάλια και λαϊκίστικα φύλλα, δεν απειλούνται να χάσουν το αναγνωστικό τους κοινό· για το αγαθό που προσφέρουν η ζήτηση, αν και μικρότερη από άλλοτε, παραμένει ικανή. Αυξάνεται όμως το κόστος παραγωγής αυτού του αγαθού, ενώ τα διαφημιστικά τους έσοδα συρρικνώνονται (εδώ, πράγματι, προς όφελος τέτοιων ανταγωνιστών). Οπότε, είτε επειδή τα κέρδη τους δεν ικανοποιούν τους μετόχους, είτε όταν, ακόμα χειρότερα, δεν αποφεύγουν τις ζημίες, είτε, γενικότερα, εφόσον χρειάζονται αύξηση κεφαλαίου, βρίσκονται μπροστά στο ενδεχόμενο αλλαγών στην ιδιοκτησιακή τους σύνθεση. Αλλά έτσι εκτίθενται στο κυρίαρχο φαινόμενο της τελευταίας δεκαπενταετίας: των χρηματοοικονομικών επενδύσεων που επιζητούν το μέγιστο βραχυπρόθεσμο κέρδος. Κάτω από αυτούς τους όρους, η αλλαγή ιδιοκτησίας μπορεί να αλλοιώσει το συγκροτημένο δημοσιογραφικό κριτήριο, εντέλει την ανεξαρτησία των εφημερίδων. Γράφοντας για το πρόβλημα αυτό πριν από τέσσερις εβδομάδες με αφορμή τη διαφαινόμενη μεταπώληση πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της Sueddeutsche Ζeitung, ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας ανέφερε κάποια υπερατλαντικά παραδείγματα: την αποφασισμένη εξαγορά των Los Αngeles Τimes, τον εξαναγκασμό της Βoston Globe να αποσύρει όλους τους ξένους ανταποκριτές της για να περικόψει έξοδα, ανάλογους φόβους στα επιτελεία των Νew Υork Τimes και της Washington Ρost. Και προλαβαίνοντας τις ενστάσεις ρωτούσε: Δεν επιβεβαιώνουν οι υψηλότερες αποδόσεις ότι μέσα από την «εξυγίανση- συρρίκνωση» οι εκδοτικές επιχειρήσεις ικανοποιούν καλύτερα τις επιθυμίες των καταναλωτών τους; Μήπως ασαφείς έννοιες όπως «επαγγελματισμός», «υψηλές απαιτήσεις», «σοβαρότητα», απλώς συγκαλύπτουν μια κηδεμόνευση ενήλικων καταναλωτών που ξέρουν τι θέλουν; Έχει ο Τύπος το δικαίωμα με το πρόσχημα της «ποιότητας» να περιορίζει την ελευθερία επιλογής των αναγνωστών του; Η ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενη υπόθεση πίσω από τέτοιες ερωτήσεις, ότι οι πελάτες αποφασίζουν αυτόνομα, σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους, στο ειδικό εμπόρευμα «πολιτική και πολιτισμική επικοινωνία» γίνεται παραπλανητική, εξηγούσε. Διότι διαβάζοντας κανείς καθημερινά εφημερίδα μπαίνει σε μια διαδικασία μάθησης: μπορεί να διαμορφώνει νέες προτιμήσεις, πεποιθήσεις, αξιακούς προσανατολισμούς.
«ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
παρέχουν το δημόσιο αγαθό της αξιόπιστης πληροφόρησης από το οποίο εξαρτάται η κοινωνία μας που βασίζεται στη γνώση»
Σ΄ αυτήν την προσφορά στους αναγνώστες ως πολίτες καταξιώνεται η επαγγελματική συνείδηση μιας ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και το κύρος του ποιοτικού Τύπου. Όταν η σύνταξη τέτοιων εφημερίδων πιέζεται από νέους επενδυτές με γνώμονα το άμεσο κέρδος σε αναδιοργανώσεις και εξοικονομήσεις που υπονομεύουν τις δημοσιογραφικές προδιαγραφές, τότε η πολιτική δημόσια σφαίρα πλήττεται στην καρδιά της, επισημαίνει ο Χάμπερμας. Χωρίς τη ροή πληροφοριών που απαιτούν εξαντλητική έρευνα, και χωρίς τα ζωντανά επιχειρήματα που πηγάζουν από δαπανηρή γνώση, η δημόσια επικοινωνία χάνει τη διαλεκτική της δύναμη. Αντίσταση στις λαϊκίστικες τάσεις δεν προβάλλεται και η αναγκαία στο δημοκρατικό κράτος δικαίου λειτουργία της δημοσιότητας δεν εκπληρώνεται, συνάγει, για να αναδείξει τη δημόσια ευθύνη για τη στήριξή της. Αν από τον διανοητή της κριτικής θεωρίας που επί δεκαετίες μελετά την πολιτική επικοινωνία η προσέγγιση αυτή είναι αναμενόμενη, ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραπλήσια τοποθέτηση ενός κορυφαίου αρθρογράφου του οικονομικού φιλελευθερισμού. Τους λόγους γιατί η Wall Street Journal δεν θα πρέπει, όπως κινδυνεύει, να πωληθεί στον μεγιστάνα του Τύπου Ρούπερτ Μέρντοχ ανέπτυσσε προχθές στους Financial Τimes ο Μάρτιν Γουλφ και κατέληγε: «Οι μεγάλες εφημερίδες είναι κάτι περισσότερο από απλές επιχειρήσεις. Παρέχουν το δημόσιο αγαθό της αξιόπιστης πληροφόρησης, από το οποίο εξαρτάται η κοινωνία μας που βασίζεται στη γνώση. Οι ανταγωνιστικές αγορές δεν είναι καλές στην παροχή δημόσιων αγαθών. Ίσως πολύ σύντομα να ανακαλύψουμε πόσο κακές σ΄ αυτή τη δουλειά μπορούν να είναι οι αγορές». Στη μικρή ελληνική αγορά η κλίμακα είναι πολύ πιο χαμηλή. Αρπακτικοί επενδυτές που αγοράζουν εφημερίδες για να συμπιέσουν το κόστος και να αυξήσουν τα κέρδη περιφρονώντας ποιοτικά κριτήρια δεν έχουν κάνει εδώ ανάλογη εμφάνιση, ούτε σε άλλους κλάδους της οικονομίας άλλωστε. Ωστόσο, η προβληματική του κόστους που απαιτεί η καλή δημοσιογραφία είναι και σε μας παρούσα, όπως και των διόλου αυτονόητα θετικών επιπτώσεων του ανταγωνισμού, αλλά και της σύνδεσης της ποιότητας των εφημερίδων με τη λειτουργία της δημοκρατίας. Ένα επιχείρημα του Χάμπερμας θα άξιζε ιδίως να σκεφτούμε: το διπλό αίτημα για ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών μαζί με τη διαλογική αντιπαράθεση που περιλαμβάνει και την κριτική εσφαλμένων ισχυρισμών και αξιολογήσεων, ώστε να μπορεί η δημοκρατική διαδικασία να οδηγεί σε λογικά αποτελέσματα. Το επεξηγεί με τη διάκριση ανάμεσα σε ανταγωνιζόμενες «δημόσιες γνώμες» και τη δημοσίευση των κατανομών γνωμών που συλλαμβάνουν οι δημοσκοπήσεις. Οι πρώτες, που έχουν παραχθεί μέσα από συζήτηση και πολεμική, σε όση διαφωνία κι αν βρίσκονται μεταξύ τους, ήδη έχουν φιλτραριστεί από καίριες πληροφορίες και θεμελιώσεις. Ενώ η δημοσκόπηση ανακαλεί μόνο γνώμες υπολανθάνουσες, σε ανεπεξέργαστη κατάσταση ακινησίας.

To όνομα της Αρκαδίας






Αναφορικά με την προέλευση του ονόματος της Αρκαδίας υπάρχουν αρκετές εκδοχές. Από αυτές οι επικρατέστερες είναι οι παρακάτω:
α) Η πρώτη εκδοχή συνδέεται με τον Αρκαδικό μύθο που αναφέρει ο Παυσανίας στα "Αρκαδικά" και οφείλεται στον Καθηγητή Μιχ. Σακελλαρίου. Κατ' αυτήν, η λέξη Αρκαδία προέρχεται απο τη λέξη άρκτος, αρκούδα. Η ετυμολογία αυτή, εξυπακούει μια τοτεμική λατρεία αρκούδας, όπως και ο Αρκαδικός μύθος που παρουσιάζει τη μητέρα του Αρκάδος ως αρκούδα ή ως μια νύμφη που μεταμορφώθηκε σε αρκούδα. Συμφωνα με αυτόν ο πρώτος κάτοικος και ο πρώτος που κυβέρνησε την Αρκαδία ήταν ο Πελασγός, γιός του οποίου ήταν ο Λυκάων. Ο Λυκάων απέκτησε μια κόρη την Καλλιστώ με την οποία συνδέθηκε ο Δίας. Τους έπιασε όμως η Ήρα η οποία μεταμόρφωσε την Καλλιστώ σε αρκούδα, την οποία όμως στη συνέχεια σκότωσε η Άρτεμις. Για να σώσει το παιδί του που είχε η Καλλιστώ στην κοιλιά της, ο Δίας την μεταμόρφωσε στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου. Από αυτήν το παιδί της πήρε το όνομα Αρκάς. Όταν μεγάλωσε ο Αρκάς βασίλεψε πάνωστους κατοίκους της περιοχής που ονομάστηκε Αρκαδία και εδίδαξε πρώτος αυτός τους κατοίκους - που αργότερα ονομάστηκαν Αρκάδες προς τιμή του - πως να φτιάχνουν ψωμί και να γνέθουν μαλλί. Ο Αρκάς ενυμφεύθη την Δρυάδα νύμφη.
Οι Αρκάδες ήταν απο τα πρώτα ελληνόφωνα φύλα που μετανάστευσαν στη νότια Βαλκανική. Πιστεύεται, ότι κατοικούσαν στη Δυτ. Μακεδονία πριν το 1900 π.Χ. (περισσότερα στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", Εκδοτική Αθηνών, όπου και εκτενής σχετική βιβλιογραφία).
β) Το όνομα ΑΡΚΑΔΙΑ αποτελείται από τα συνθετικά Αρκ και Δία . Το "Αργ" προέρχεται από το "Αργώ" που σημαίνει σκάφος , από όπου έχουμε το Λατινικό archie που σημαίνει κιβωτός , και το Αγγλικό ark που σημαίνει κιβωτός . Το Αρκ-Δίας προφανώς σημαίνει το σκάφος του Δία
γ) Η παρακάτω εκδοχή έχει διατυπωθεί από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Αρκαδίας κ. Θ. Σπυρόπουλου («Τa Θαυμαστά και τα Μυστήρια του Λυκάιου Όρους», Έκδοση της Εφημερίδας «Νέα της Μεγαλοπόλεως» 2001):«...αυτός ο γενάρχης του Έθνους μας, του έθνους των Αρκάδων μετά τον Πάνα Ήλιον και τον φωτεινό Λυκάονα, ο Αρκάς, και αυτός ηλιακή μορφή και υπόσταση έχει. Όταν μετεφέρθησαν, μετά τον χρησμό, τα οστά του από την δυσχείμερον Μαιναλίην εις την αγοράν της Μαντινείας απετέθησαν εις θέσιν καλουμένην «Βωμός του Ηλίου». Αλλ' αυτός και η χώρα που φέρει μέχρι σήμερον το όνομά του, Μινυακόν όνομα ταυτόσημον προς τον ήλιον φέρει κατά την ετυμολογία που το πρώτον σήμερα προσάγουμε. HA - RA - KA - DIA είναι καθ' ημάς η νέα ετυμολογία του εθνικού μας χώρου και του εθνικού μας ονόματος, δηλαδή η χώρα του πνεύματος (ΚΑ) του ΡΑ, τουτέστιν του Ηλίου, η χώρα του φωτός. Αυτή η ετυμολογία και η ευλάβεια των Αρκάδων συνυφασμένη με την ανείπωτη καθαρότητα και διαφάνεια του Αρκαδικού περιβάλλοντος εδημιούργησαν το πολυσήμαντο μήνυμα του Αρκαδικού ιδεώδους.»
δ) Ο Δημήτριος Π. Δημόπουλος στο βιβλίο του «Η καταγωγή των Ελλήνων» Έκδοση Ε΄ του εκδοτικού οίκου «Ελεύθερη σκέψις» 1995, υποστηρίζει ότι το όνομα Αρκαδία, προέρχεται από την πρωτοελληνική ρίζα αρ. Αρκάς λοιπόν ο γηγενής, ο αυτόχθων. Αρκαδία λοιπόν είναι η χώρα που κατοικείται από αυτόχθονες. Ο Ηρόδοτος χαρακτηριστικά λέει γι αυτό: «Οικέει δε την Πελοπόννησον έθνεα επτά. Τούτων δε τα μεν δυο αυτόχθονα εόντα κατά χώραν ίδρυται νυν τη και το πάλαι οίκεον, Αρκάδες τε και Κυνούριοι» ΜΟΥΣΑΙ VIII. 73. Δηλαδή κατοικούν την πελοπόννησο επτά εθνη από αυτά τα μεν δύο αυτόχθονα υπάρχοντα, έχουν ιδρυθεί (ως κράτη) τώρα εκεί που κατοικούσαν από παλιά, δηλαδή οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι. Ο δε Στράβων στα "Γεωγραφικά" του Η΄ 7 λέει: «Δοκεί δε παλαιότατα έθνη των Ελλήνων είναι τα Αρκαδικά, Αζάνες τε και Παρράσιοι και άλλοι τοιούτοι»
ε) Μια άλλη ερμηνεία προέρχεται από την Ευγενία Δερεχάνη («Το όρος Λύκαιο και οι αρχαίοι Αρκάδες»). Κατ' αυτήν, η λέξη Αρκάς παράγεται από τη ρίζα αρ αρκ και αλκ απ' όπου παράγονται τα ρήματα αραρίσκω: αρμόζω, προμηθεύω, στερεώνω, ετοιμάζω, παρασκευάζω και αρήγω: βοηθώ, ωφελώ, αποκρούω, είμαι χρήσιμος, ωφέλιμος, ικανός. Από αυτά το άρτος: προμήθευμα, παρασκεύασμα, καθώς και το αλκέω: αποκρούω, απομακρύνω, βοηθώ, στηρίζω. Από αυτά το αλκάρ: βοήθημα, προπύργιο, προφύλαξη, προστασία και αλκή: δύναμη, τόλμη, ορμή και αλκάς: ανδρείος, ισχυρός, ωφέλημος, έτοιμος, παρασκευασμένος, στηριγμένος. Η σημασία όπως φαίνεται αποδώθηκε στον επώνυμο βασιλιά τους, που ήταν εκείνος που τους δίδαξε να παρασκευάζουν το ψωμί, το στήριγμα - και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει (ψαλμός ργ)- ήταν ο ωφέλιμος, ο ανδρείος.
Άλλοι πάλι ρίχνοντας το βάρος στη σημασία που εκφράζουν τα ρήματα γύρω από την απόκρουση την άμυνα, δεν αποκλείουν η σημασία αυτή να ταυτίστηκε με τη χώρα , γιατί οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν στις πιέσεις και τις επιδρομές άλλων λαών.
Β E।- Ι A.