~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ειδήσεις, νέα και ρεπορτάζ από τις παροικίες των Αρκάδων...................... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Γραφεία Εφημερίδας: Πυθίας 6, πλατεία Κυψέλης ΤΚ 11364 Αθήνα, Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Σύμβουλος Έκδοσης: Πάνος Σ. Αϊβαλής
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

28 χρόνια

28 χρόνια
........................Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, τηλ.: 210 8656.731, 6974 796681, email: petrosaivalis@gmail.com

Η αρχαία Αρκαδία δεν είχε τα όρια του σημερινού νομού και ήταν αποκλειστικά μεσόγεια, καταλαμβάνοντας το εσωτερικό της Πελοποννήσου, χωρίς να βρέχεται καθόλου από θάλασσα. Περιελάμβανε τις επαρχίες, Μαντινείας, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, τη βόρεια Κυνουρία, όλη την επαρχία Καλαβρύτων, τα δυτικά της Κορινθίας και της Αργολίδας, τμήμα της Ολυμπίας, τμήμα της Ηλείας και τη Λακωνική Αράχωβα.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ



Του Νίκου Ι. Κωστάρα

Απελευθέρωση και όχι άλωση της Τριπολιτσάς. Οι Τούρκοι ήσαν οι κατακτητές και οι Έλληνες ήσαν οι ελευθερωτές. Γι' αυτό πρέπει να ομιλούμε περί απελευθερώσεως της Τριπολιτσάς από τον Τουρκικό ζυγό μετά από πεντάμηνη πολιορκία.
  
Η Τριπολιτσά ήταν απόρθητο κάστρο και είχε εφτά πύλες με διπλές πολεμίστρες και τάπιες με μεγάλα κανόνια. Οι εφτά πύλες, οι γνωστές πόρτες ήσαν: του Σεραγίου, του Ναυπλίου, της Σπάρτης, του Λεονταρίου, της Καρύταινας, του Αγίου Αθανασίου και των Καλαβρύτων. Τις τρεις τελευταίες κατείχαν οι Αρβανίτες. Έτσι η Τριπολιτσά είχε καταστεί «φύσει και θέσει της εξουσίας το ισχυρόν προπύργιον».
Η Τριπολιτσά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν το σπουδαιότερο οχυρό της Πελοποννήσου. Ήταν η έδρα του πασά του «Μορέως». Το 1820 διορίστηκε πασάς ο Χουρσίτ. Στο μεταξύ στην Ήπειρο είχε επαναστατήσει ο Αλή πασάς και ο Χουρσίτ διατάχθηκε ν’ αναλάβει την αρχηγία τον επιχειρήσεων. Άφησε αντικαταστάτη του τον Μεχμέτ Σελήχ, ο οποίος κατόρθωσε να πείσει τους προκρίτους και αρχιερείς της Πελοποννήσου να έλθουν στην Τρίπολη με αποτέλεσμα να τους παγιδεύσει, και να τους κλείσει στις φυλακές. Ακόμη ο Χουρσίτ για να εξασφαλίσει τους θησαυρούς και τα χαρέμια του έστειλε από την Ήπειρο επίλεκτο σώμα Αλβανών (3.500 ανδρών) με αρχηγό τον Κεχαγιά-Μουσταφά. Τότε ο πληθυσμός της Τριπολιτσάς έφτανε πάνω από 35 χιλιάδες κατοίκους.
Η απελευθέρωσή της ήταν το όνειρο και το στρατηγικό σχέδιο του Γέρου του Μοριά. Πίστευε ότι πέφτοντας το κάστρο του Μοριά στεριώνει η Επανάσταση. Γι' αυτό Κολοκοτρώνης και Τριπολιτσά βρίσκονταν σαν δύο έννοιες συνυφασμένες. Το όνομα της Τριπολιτσάς, χάριν της Ιστορίας, έχει συνδεθεί με το όνομα του αρχιτέκτονα της πολιορκίας και της απελευθερώσεως της, του συντελεστή της μεγαλειώδης νίκης, το πάρσιμο του απόρθητου κάστρου του Μοριά.

Πράγματι, η σύλληψη και η οργάνωση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς οφείλεται στην  στρατιωτική ευφυΐα και οξυδέρκεια του αρχιστρατήγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Πίστευε και αγωνιζόταν να χτυπήσει τον εχθρό στην κεφαλή, χωρίς να εγκαταλείψει την πολιορκία των λοιπών κάστρων. Ενώ διαφορετικά σκέπτονταν οι άλλοι οπλαρχηγοί. Τελευταία όλοι συμφώνησαν με το στρατηγικό πολεμικό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Έτσι δημιούργησαν στρατόπεδα, που συντέλεσαν στην πρόοδο των επιχειρήσεων μέχρι της πτώσεως της Τριπολιτσάς, στα Βέρβενα, στο Βαλτέτσι, στην Πιάνα και στο Χρυσοβίτσι.

Ο Κολοκοτρώνης υπέδειξε πως έπρεπε να εκστρατεύσουν κατά της Τριπολιτσάς έτσι και τώρα. μετά τα ευτυχή γεγονότα Βαλτετσίου - Βερβένων - Δολιανών, πρότεινε να πλησιάσουν πιο κοντά σ' αυτή σφίγγοντας τη θηλιά γύρω στο λαιμό της. Έτσι στις 21 Μαΐου έστησε στρατόπεδο στη Ζαράκοβα. Το στρατόπεδο του Βαλτετσίου ήρθε στον Αη Βλάσση, του Λεβιδίου στην Ετάνω Χρέπα και των Βερβένων στα χωριά Στενά Μπέρτσοβα και Ριζά στο βουνό Παρθένι. Μάλιστα ο Γιατράκος έπιασε το Παλλάντιο, ένα τέταρτο της ώρας από την Τριπολιτσά. Έτσι άρχισε να περισφίγγεται ο κλοιός της Τριπολιτσάς. Η θηλιά έσφιξε. Δέκα χιλιάδες αγωνιστές είχαν μπλοκάρει πιο σφιχτά τα τείχη της Τριπολιτσάς. Οι Έλληνες πολιορκητές αρχικώς ήσαν 6.000 και τελικώς 10.000 προ της μάχης της Γράνας με 20.000 κατά τις παραμονές της πολιορκίας. Ξεκίνησαν την Επανάσταση, απαράσκευοι, άοπλοι, άπειροι, απείθαρχοι και σχεδόν άσιτοι. Αλλά «οι αγύμναστοι και απόλεμοι επαναστάτες, οι διαλυόμενοι με τους πρώτους τουρκικούς πυροβολισμούς και εγκαταλείποντας τους οπλαρχηγούς των, αφ’ ης συνειδητοποίησαν τον πέριξ της Τριπολιτσάς αγώνα επειθάρχησαν και επολέμησαν μέχρι αυτοθυσίας» όπως τονίζει ο ιστορικός Τάσος Γριτσόπουλος.
Ο Φωτάκος υπολογίζει την δύναμη της τουρκικής φρουράς σε 16.000 με άφθονο πολεμικό υλικό, τροφοδοσία, πειθαρχία, διαθέτοντας επιπλέον ιππικό και πυροβολικό.
Τελευταία έξοδος των πολιορκουμένων έγινε στις 9 με 10 Αυγούστου 1821 με τρεις χιλιάδες άνδρες και αρχηγό τον έμπειρο Κεχαγιάμπεη. Ήταν η Μάχη της Γράνας, στην οποίαν νίκησαν οι πολιορκητές και σφραγίστηκε με το όνομα του ήρωα Νταγρέ ενώ έκρινε τελεσίδικα την τύχη της Τριπολιτσάς. Γύρισαν οι Τούρκοι κατατσακισμένοι στην Τριπολιτσά. Ίσαμε τετρακόσιοι ανέβαιναν οι σκοτωμένοι και οι τραυματίες, ενώ κλαυθμός και οδυρμός ξέσπασε από τις χανούμισσες. Και όπως τονίζει λακωνικά ο Θ. Κολοκοτρώνης; «Οι Τούρκοι πλέον δεν εβγήκαν από τα τείχη της Τριπολιτσάς· ήταν η ύστερή τους φορά».

Στις 23 Σεπτεμβρίου, ημέρα Παρασκευή ο Κεχαγιάμπεης κάλεσε μικρούς και μεγάλους σε συνέλευση για να ξεκαθαρίσουν τι τους απόμενε να κάμουν. Άφησαν λοιπόν την ώρα της συνελεύσεως τις τάπιες του φρουρίου σχεδόν αφύλακτες ακόμη και τα σπίτια τους και προσηλώθηκαν στο αποτέλεσμα αυτής. Άλλωστε τις τελευταίες ημέρες ο πόλεμος είχε σταματήσει. Οι Έλληνες σίμωσαν στα τείχη και κουβέντιαζαν με τους Τούρκους. «Τα πράγματα είχαν ανακατωθεί εντός της Τριπολιτσάς -αφηγείται εντός αυτής ευρισκόμενος Φωτάκος - και κανείς από τους Έλληνες δεν μπορούσε να προΐδη πως ήθελε να γίνει το πράγμα».

Κατά την ώρα της γενικής συνελεύσεως στο σεράγι από τον Κεχαγιάμπεη, οι φυλακές στις τάπιες είχαν αδυνατίσει γιατί οι περισσότεροι βρίσκονταν στην συνέλευση. Αυτό έγινε αισθητό και από το Ελληνικό στρατόπεδο, ιδιαίτερα στο Τσακώνικο σώμα, που βρισκόταν απέναντι στην Πύλη του Ναυπλίου. Μπροστά στην τάπια ήταν η εκκλησία της Αγίας Σωτήρας και κοντά τα χαλασμένα αρσενέικα σπίτια. Σ' αυτά τα χαλάσματα πήγαιναν τακτικά οι Έλληνες για εμπόριο με τους Τούρκους της Τάπιας. Τους πρόσφεραν τρόφιμα σε ανταλλαγή με όπλα. Μ' αυτούς έπιασε φιλίες ο ναυτικός Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό της Τσακωνιάς γιατί ήξερε καλά τούρκικα. Είχε κάνει σε τούρκικα καράβια αλλά και στην Πόλη είχε κάνει κάποιο φεγγάρι. Μαζί με τους ομοτέχνους Σπετσιώτες τον Αναστάσιο Αβραντίνη και τον Γκίκας Ρουμάνη ανέβηκαν στην τάπια του Ναυπλίου, εξόντωσαν τον πυροβολητή, ύψωσαν την Ελληνική σημαία και έστρεψαν τα κανόνια και πυροβολούσαν το σεράγι ενώ μια ιαχή ακουγόταν σ' όλο το στρατόπεδο: Ρεσάλτο - Ρεσάλτο Έφοδος- «Το τέχνασμα ενός απλού στρατιώτη, του Μανώλη Δούνια από τον βραστό Κυνουρίας εσήμανε το τέλος της πολιορκίας» διατυπώνεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Οι πόρτες άνοιγαν η μια κατόπιν της άλλης και χωρίς αντίσταση έμπαιναν οι Έλληνες μέσα στην Τριπολιτσά. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως το κάστρο είχε πέσει τόσο απλά και ήσυχα σε μια στιγμή, χωρίς κανένα σχέδιο. Κι όχι μονάχα χωρίς προσταγή των Καπεταναίων μα κι ενάντια στο πνεύμα και τη θέληση τους. Η τόλμη, η ευστροφία και η εξυπνάδα του ναυτικού Μανόλη Δούνια αιφνιδίασε τους πάντες, ανέτρεψε τα σχέδια και τις συσκέψεις. Ο Μανώλης Δούνιας αυτή τη στιγμή ήταν ο πορθητής της Τριπολιτσάς. Η πρώτη μπαταριά έκοψε για πάντα τη μάταιη φλυαρία των επισήμων και τα πλήθη σκόρπισαν με ξεφωνητά τρομάρας, όταν είδαν την τάπια της πόρτας τ' Αναπλιού να χτυπάει το σεράγι ενώ άνοιγαν οι πόρτες του Σαραγιού, του Μυστρά και οι άλλες η μία κατόπιν της άλλης.

Οι Έλληνες ξεχύθηκαν μέσα στην Τριπολιτσά συντρίβοντας παντού την αντίσταση των Τούρκων. Δεν ένιωθαν λύπη για κανέναν, με την ίδια μανία πελέκαγαν και τους αρματωμένους και τα γυναικόπαιδα. Σ' όποιο σπίτι βρίσκανε την παραμικρή αντίσταση, βάζανε φωτιά κι όσοι τρέχανε να βγουν για να σωθούν από τις φλόγες, ξεπαστρεύονταν από το σπαθί των χτεσινών ραγιάδων. «Εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθούν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων» γράφει επιγραμματικά ο Σπυρίδων Τρικούπης και συνεχίζει «λαός που αποτινάσσει πολύχρονον βαρύ ζυγόν κινείται θηριωδώς; κατά των δεσποτών του».
Και ο ιστορικός Διον. Κόκκινος γράφει: «Οι νικηταί δεν είχον έλεος δια κανέναν (...) κάθε ανθρώπινον αίσθημα είχε κοιμηθή εις τα στήθη των νικητών. Καμμία κραυγή προς οίκτον δεν εϋρισκον ακοήν (...). Η πόλις είχε μεταβληθή πλέον εις απέραντον οφαγείον».
Η αρπαγή, ο σκοτωμός και ο όλεθρος κράτησαν τρεις ημέρες. Η θεομηνία τούτη των αιμάτων άρχισε από την πύλη των Καλαβρύτων, που μόλις είχε κλείσει πίσω από τους Αρβανίτες. Η λεωφόρος από την Πύλη των Καλαβρύτων μέχρι το σατραπείο από λιθόστρωτο μετασχηματίσθηκε σε πτωματόστρωτο, «ούτε ο πεζός, ούτε ο ίππος επάτει επί της γης αλλ' επί πτωμάτων» (Φιλήμων) και ο Κολοκοτρώνης το επιβεβαιώνει στα απομνημονεύματά του «Το άλογο μου από τα τείχη έως τα σεράγια δεν πάτησε γη».
Και ο Φωτάκος γράφει: «... αι διαταγαί των ανωτέρων δεν ηκούοντο και δεν διεκρίνοντο ποιος ήταν ανώτερος... Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολόκληρους ημέρες εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα...».
«Το πάθος των εκόρεσθη μόνον, όταν δια πυρός και μαχαίρας είδον ότι διήλθον όλοι οι βασανιστές του Γένους των. Ένα φοβερόν ψυχικόν ηφαίστειον έβραζεν επί τεσσάρας αιώνας και εξαράγη την 23ην Σεπτεμβρίου 1821».
Ο απομνημονευτής Φωτάκος δίδει μιαν απάντηση στους σφοδρούς κατηγόρους των Ελλήνων για τη σφαγή στην Τριπολιτσά: «Δεν ήτο κανένας Τούρκος, ο οποίος να μην είχε δύο και τρεις εχθρούς, δεν εσυλογίσθησαν ότι θα σηκωθούν οι ραγιάδες των και θα ζητήσουν την ελευθερίαν των - το δε κακόν τους ήλθεν έξαφνα εις το κεφάλι των. Δεν τους εσκότωσαν λοιπόν από ωμότητα οι Έλληνες τους Τούρκους καθώς η πολιτισμένη Ευρώπη μας κατηγόρησαν, ούτε δια κανέναν άλλον σκοπόν από δικαίαν εκδίκησιν την οποίαν έτρεφαν εναντίον των. Εμέθυσαν δε από το πνεύμα της εκδικήσεως, ενθυμηθέντες την τυραννίαν των Τούρκων εναντίον αυτών και των πατέρων των». Αλλά και των διαπραχθέντων εν Κωνσταντινουπόλει, εν Κυδωνίαις και Σμύρνη, εν Κύπρω και Κρήτη κακουργημάτων» (Γεβρίνος).

Φρικτός ήτο ο απολογισμός των σφαγών αλλ' όχι απολύτως ακριβής. Φαίνεται ότι περίπου 10 χιλιάδες Οθωμανοί και Εβραίοι, ένοπλοι και άμαχοι εφονεύθηκαν και 300 νεκροί από το Ελληνικόν στρατόπεδον.
Σε δέκα χιλιάδες ανεβάζει ο Φιλήμονας, τους σφαγμένους και σε οχτώ χιλιάδες τους αιχμαλωτισμένους. Ανάμεσα σε κείνους που πιάσανε οι δικοί μας ήταν και ο τουρκολάτρης Σωτήρης Κουγιάς, που τον καθάρισε ο καπετάν Γιαννάκης Δαγρές. Όπως και ο χριστιανομάχος Αλής Τσεκούρας που κάηκε στο κονάκι του.
Από τους δεσμώτες ομήρους επέζησαν μόνο οι  Ανδρούσης Ιωσήφ, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Ιωάννης Τομαράς, Α. Καραμάνος, Γιαννούλης Καραμάνος και Α. Κοπανίτοας. Οι άλλοι προ της πτώσεως της Τριπολιτσάς έκειντο ετοιμοθάνατοι.
Ο Κολοκοτρώνης περνώντας από το παζάρι στάθηκε και κοίταξε τον πλάτανο, όπου οι Τούρκοι κρέμαγαν τους Έλληνας: Ε! πόσοι από το σόι μου κι από το Έθνος μου κρεμάστηκαν σ' αυτόν, είπε και πρόσταξε και τον έκοψαν.
Η απελευθέρωση της Τριπολιτσάς χαρακτηρίζεται ως θεμέλιον και ύψιστο κραταίωμα της Επαναστάσεως. Ήταν η πρώτη και μεγάλη επιτυχία, που κέρδισαν οι Έλληνες εναντίον των τακτικών πολεμικών δυνάμεων των Οθωμανών. Η ενδοχώρα της Πελοποννήσου περιήρχετο στον αποκλειστικό έλεγχο των επαναστατών. Έτσι η Τριπολιτσά καθίστατο κέντρο πολιτικής και στρατιωτικής οργανώσεως και δράσεως ενώ η Πελοπόννησος εκαλείτο να μεταβληθεί σε μέγα και ασφαλές ορμητήριο των Ελλήνων για την απόκτηση της Ανεξαρτησίας της. Και μια προσπάθεια να καταστεί η πρώτη ελευθέρα πόλη, απαλλαγμένη από τις αθλιότητες του παρελθόντες.
Ακόμη η απελευθέρωση της Τριπολιτσάς συγκίνησε βαθύτατα την ψυχή του αγωνιζομένου λαού που εξεφράσθηκε με ομάδα δημοτικών τραγουδιών από ολόκληρη την Ελλάδα.
Ο Εθνικός μας ποιητής διέθεσε αρκετές στροφές για να ζωντανεύει την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς, τονίζοντας ότι μόνο βουτηγμένη στο αίμα η ελευθερία κατακτάται και βλάστησε μέσα «απ' τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά».
Η Ελευθερία έφτασε μπροστά στην τειχογυρισμένη Τριπολιτσά, εκπροσωπώντας την Επαναστατημένη Ελλάδα. Η κατάληξη της Τριπολιτσάς περιγράφεται σαν έκρηξη ηφαιστείου. Ο Δ. Σολωμός δεν εξωραΐζει τον πόλεμο. Μεταπλάθει το πολεμικό σε ποιητικό γεγονός προσλαμβάνοντας μορφή αθανασίας. «Ο ποιητής υψώνει τας φθαρτάς περιπτώσεις εις αιώνια σύμβολα μάχης υπέρ του δικαίου, υπέρ της αλήθειας, υπέρ της θρησκείας, την οποίαν απεκάλυψαν οι ουρανοί» (Ν. Τωμαδάκης). Και είναι πηγή του Νεοελληνικού Πολιτισμού. Με την περιγραφή των γεγονότων της Τριπολιτσάς μας διδάσκει πως η Ελευθερία δεν είναι θεωρία. Την Ελευθερία δεν την ορίζεις, την γνωρίζεις και την γνωρίζεις «απ' την κόψη του σπαθιού την τρομερή». Όποιος φοβάται να γνωρίσει την Ελευθερία από την κόψη του δικού του σπαθιού, τότε θα γνωρίσει το πρόσωπο της δουλείας από την κόψη του σπαθιού του εχθρού του. Μάλιστα στην σύγχρονη τεχνολογική εξέλιξη της ηλεκτρονικής εποχής έχει άλλη επικίνδυνη όψη, που υποδουλώνει την ψυχή και αλλοτριώνει τον άνθρωπο προετοιμάζοντας δούλους χωρίς ήθος και αξίες νέες, αδιαφορώντας για την πατρίδα τους, Και τούτο γιατί δεν διδάσκονται οι νέοι στα σχολεία την ιστορία μας και έχουν χάσει το σωστικό αίσθημα της ελευθερίας, για να φυλάνε Θερμοπύλες και να διατηρήσουν την εθνική μας ταυτότητα.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Διονύσιος Σολωμός εκφράζουν το νόημα της ελευθερίας με την Απελευθέρωση της Τριπολιτσάς. Ελευθερία ο ένας, ελεύθερη σκέψη ο άλλος, τα γερά αγκωνάρια που στέριωσαν τα θεμέλια του ελληνισμού και πρέπει να τα υπερασπιστούν οι νεότερες καταβολάδες στις κρίσιμες ημέρες που περνάει η πατρίδα μας.

Με αδιάσπαστη ενότητα να διαφυλάξουμε την Ελληνικότητα μας, έχοντας στο νου μας το σάλπισμα του ποιητή μας: «Μη λησμονάς, πως Έλληνα σ' έχει γεννήσει η Μοίρα κι εντός σου λάμπει αδάμαστη του Γένους σου η ψυχή».

Νίκος Ι. Κωστάρας

Δεν υπάρχουν σχόλια: