~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ειδήσεις, νέα και ρεπορτάζ από τις παροικίες των Αρκάδων.......................... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Γραφεία Εφημερίδας: Πυθίας 6, πλατεία Κυψέλης ΤΚ 11364 Αθήνα, Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Σύμβουλος Έκδοσης: Πάνος Σ. Αϊβαλής
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

28 χρόνια

28 χρόνια
........................Εκδότης Πέτρος Σ. Αϊβαλής, τηλ.: 210 8656.731, 6974 796681, email: petrosaivalis@gmail.com


Η αρχαία Αρκαδία δεν είχε τα όρια του σημερινού νομού και ήταν αποκλειστικά μεσόγεια, καταλαμβάνοντας το εσωτερικό της Πελοποννήσου, χωρίς να βρέχεται καθόλου από θάλασσα. Περιελάμβανε τις επαρχίες, Μαντινείας, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, τη βόρεια Κυνουρία, όλη την επαρχία Καλαβρύτων, τα δυτικά της Κορινθίας και της Αργολίδας, τμήμα της Ολυμπίας, τμήμα της Ηλείας και τη Λακωνική Αράχωβα.

 my-tips-collection

Έρευνα για τη γλώσσα του ελληνισμού· Αυστραλία – Η.Π.Α. – Καναδάς

“Η πολιτική στήριξης της Ελληνικής γλώσσας, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης της Ελλάδας, και στα χέρια της ομογένειας”


1. ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Σύμφωνα με στοιχεία των επίσημων στατιστικών πηγών της Αυστραλίας, το 95.7% των Ελλήνων πρώτης γενιάς δε χρησιμοποιούν την Αγγλική γλώσσα στο σπίτι. Το 93.6% χρησιμοποιεί την Ελληνική γλώσσα, ενώ ποσοστό 3.9% δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν τη “Μακεδονική”. Το ποσοστό αυτών φτάνει το 30.6% στη Δυτική Αυστραλία. Βέβαια, τα ποσοστά αυτά μειώνονται δραστικά καθώς κανείς μετακινείται προς την δεύτερη, τρίτη ή και τέταρτη ακόμη γενιά. Ενα ποσοστό 3.9% της πρώτης γενιάς χρησιμοποιεί αποκλειστικά την Αγγλική γλώσσα στο σπίτι.
‘Οσο και αν οι αριθμοί που αναφέρονται στην πρώτη γενιά εμφανίζουν μια εικόνα όπου η πλειοψηφία μιλάει ακόμη Ελληνικά, το σύνολο των ατόμων που δήλωσαν ότι μιλούν και Ελληνικά (εκτός από τα Αγγλικά), κατά την απογραφή του 1986, ήταν μόλις 268.000. Η σχετική ερώτηση της απογραφής δεν έθετε το θέμα αν οι ερωτώμενοι διαβάζουν και γράφουν επίσης (εκτός από το να μιλούν) μια άλλη γλώσσα εκτός από την Αγγλική, ούτε το θέμα του τί διαβάζουν και πόσο στη γλώσσα αυτή. Είναι σχεδόν βέβαιο λοιπόν ότι ο συνολικός αριθμός των ατόμων που έχουν πολύ καλή γνώση της Ελληνικής γλώσσας είναι πολύ μικρότερος, και δεν θα πρέπει να ξεπερνάει το 25%. Το ποσοστό αυτό μάλιστα δεν είναι ομοιόμορφο σε όλη τη χώρα, αλλά μικραίνει πολύ στις απομονωμένες και μικρές κοινότητες, όπως για παράδειγμα στη Δυτική Αυστραλία. Αν συνδυάσουμε την παρατήρηση αυτή με την συνεχιζόμενη πτώση εγγραφών στα Ελληνικά σχολεία της Αρχιεπισκοπής, την αυξανόμενη χρήση της Αγγλικής γλώσσας από τον ομογενειακό Τύπο, την αύξηση των Ελλήνων συγγραφέων που προτιμούν την Αγγλική σαν μέσο έκφρασης και ακόμη τη χρήση της Αγγλικής απο ορισμένους ιερείς, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το Ελληνικό στοιχείο της Αυστραλίας τείνει προς μια κατεύθυνση αφομοίωσης ή “Αυστραλοποίησης”, πρώτο δείγμα της οποίας είναι η προοδευτική κατάργηση χρήσης της Ελληνικής γλώσσας.
‘Οσον αφορά στη γλωσσική ικανότητα των Ελλήνων στα Αγγλικά, ποσοστό 60.5% εκτιμούν ότι έχουν πολύ καλή ή καλή ικανότητα, 34.9% κακή ή καθόλου ικανότητα, ενώ οι γυναίκες παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερη ικανότητα στα Αγγλικά, ιδίως στις μεγάλες ηλικίες.
Η Ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολύχρονης και εκτενέστατης έρευνας του κ. Αναστάσιου Τάμη, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο La Trobe της Victoria. Τα παρατιθέμενα εδώ αποτελούν συμπεράσματα, μερικά από τα οποία αποκλίνουν κάπως από τια αντίστοιχα στοιχεία των επίσημων πηγών, που έχουν παρουσιαστεί σε δημοσιευμένες μελέτες του, αντίγραφα των οποίων είχε την καλοσύνη να διαθέσει στην ερευνητική ομάδα.
Σύμφωνα με τις μελέτες αυτές, οι μεταπολεμικές Αυστραλιανές Κυβερνήσεις προσπάθησαν να εφαρμόσουν ή έτειναν να επιθυμούν την εφαρμογή προγραμμάτων αφομοίωσης. Ομάδες μεταναστών αποθαρρύνονατν από το να χρησιμοποιούν ή να μαθαίνουν την μητρική τους γλώσσα ενώ προτρέπονταν να μαθαίνουν και να χρησιμοποιούν τα Αγγλικά. Αλλες γλώσσες δε διδάσκονταν στα Δημοτικά ή στα Γυμνάσια πριν το 1970, ενώ τα παροικιακά σχολεία που δίδασκαν μαθήματα στη μητρική γλώσσα συχνά αναφέρονταν σαν “κρυφά σχολειά”.
Οι περιορισμοί αυτοί ήρθησαν με την εφαρμογή της πολιτικής του “πολυπολιτισμού”, το 1973. Από το 1975 οι μαθητές των Δημοτικών και των Γυμνασίων ενθαρρύνονταν να διατηρήσουν την μητρική τους γλώσσα ή να μάθουν μια γλώσσα άλλης μεταναστευτικής ομάδας, ενώ από το 1976 άρχισαν να λειτουργούν τα πρώτα Ελληνικά δίγλωσσα προγράμματα στο Brunswick East High School και στο Lalor Primary School, στη Victoria. Ωστόσο, η προσοχή που δίνεται σήμερα, στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας, είναι μάλλον περιορισμένη, ενώ η τάση της μονογλωσσίας παραμένει ισχυρή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 μόνο 10% των ατόμων με μητρική γλώσσα την Αγγλική μάθαιναν και άλλη γλώσσα στη δευτεροβάθμια ή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Τα αποτελέσματα της πολιτικής της αφομοίωσης αντικατοπτρίζονται στις γλωσσικές μετακινήσεις διάφορων εθνογλωσσικών ομάδων. Ωστόσο, οι Ελληνοαυστραλοί εμφανίζουν τη μεγαλύτερη εθνογλωσσική ζωτικότητα. Η Νεοελληνική γλώσσα είναι αριθμητικά η δεύτερη ισχυρότερη μητρική γλώσσα που μιλιέται στην Αυστραλία (εκτός από τα Αγγλικά), μετά τα Ιταλικά. Εκτιμάται ότι το 1986 ποσοστό 99.7% των Ελλήνων μεταναστών (πρώτη γενιά) χρησιμοποιούσαν κανονικά την Ελληνική γλώσσα. Υπολογίζεται ότι 62% των Ελλήνων χρησιμοποιεί μόνον την Ελληνική γλώσσα, 34% την Ελληνική και την Αγγλική, κατά περίπτωση και 4% αποκλειστικά την Αγγλική. Οσον αφορά στη δεύτερη γενιά Ελληνοαυστραλών (γεννημένων στην Αυστραλία), 68% χρησιμοποιούν αποκλειστικά την Ελληνική γλώσσα, όταν επικοινωνούν με τους γονείς τους, ενώ 27% χρησιμοποιούν και την Ελληνική και την Αγγλική. Μόνο 5% των ατόμων αυτών χρησιμοποιούν αποκλειστικά την Αγγλική γλώσσα για να επικοινωνήσουν με τους γονείς τους.
Ο ρυθμός μετακίνησης προς τη χρήση της Αγγλικής γλώσσας αυξάνεται στο 14% στην τρίτη γενιά. Ο ρυθμός αυτός επηρεάζεται οπωσδήποτε και από τη σταθερή μείωση νέων μεταναστών από την Ελλάδα και δεν είναι σταθερός σε όλες τις Πολιτείες. Παράγοντες που επηρεάζουν τις διαφορές αυτές ανάμεσα στις Πολιτείες είναι πιθανόν το πλήθος των μικτών (διεθνικών) γάμων, η ύπαρξη ή μη εθνικού δικτύου που συνεπάγεται ύπαρξη ή μη ευκαιριών εκμάθησης της γλώσσας, ο πληθυσμός κάθε κοινότητας, ψυχολογικοί παράγοντες, καθώς και η γλωσσική πολιτική της συγκεκριμένης Πολιτείας.
Περίπου 96% ενός δείγματος Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία, που εξετάστηκε σε μελέτες του Καθ. Τάμη, εξέφρασε την άποψη ότι όλα τα άτομα Ελληνικής καταγωγής που ζούν στην Αυστραλία θα πρέπει να γνωρίζουν Ελληνικά. Περίπου 61% επικαλούνται για τη θέση τους αυτή λόγους παράδοσης, πολιτισμού και εθνικής ταυτότητας, 34% επικαλούνται λόγους πρακτικούς και γλωσσολογικούς, ενώ το μικρότερο ποσοστό (0.6%) επικαλούνται θρησκευτικούς λόγους. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι τα άτομα της δεύτερης γενιάς που επικαλέσθηκαν πολιτιστικούς λόγους για τη διατήρηση της γλώσσας ξεπέρασαν σε ποσοστό αυτούς της πρώτης γενιάς.
Παρόλη την καθυστερημένη εφαρμογή της πολιτικής του “πολυπολιτισμού”, η δίγλωσση εκπαίδευση δεν αναπτύχθηκε στην Αυστραλία μόνο μεταπολεμικά. Στα μέσα του 19ου αιώνα υπήρχαν περίπου 90 δίγλωσσα σχολεία, τα περισσότερα υπό τη διαχείριση των Λουθηρανικών εκκλησιών της Γερμανοαυστραλέζικης κοινότητας. Ωστόσο, ο αριθμός των σχολείων αυτών μειώθηκε σε 75 στις αρχές του αιώνα.

2. Η.Π.Α.
Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι οι ομογενείς των ΗΠΑ διατηρούν, σε ένα βαθμό σχετικά περιοριμένο, την Ελληνική γλώσσα, ως τη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ τους όταν βρίσκονται στο σπίτι τους. Ετσι, οι ηλικίες μεταξύ 25-64 ετών μιλούν – κατά κανόνα – Ελληνικά στο σπίτι. Οι υπόλοιπες ηλικίες φαίνεται να τείνουν στη χρησιμοποίηση της Αγγλικής γλώσσας.
Το επίπεδο γνώσης της Ελληνικής γλώσσας εκτιμάται ότι είναι σταθερό και αρκετά υψηλό. Με εξαίρεση τους ηλικιωμένους ομογενείς (ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών), όλες οι υπόλοιπες ηλικίες ομιλούν πολύ καλά ή καλά την Ελληνική γλώσσα. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και για τους ομογενείς τρίτης γενιάς (ηλικίας μικρότερης των 13 ετών). Παρόλα αυτά, το ποσοστό των ομογενών που εκτιμούν ότι ομιλούν μέτρια την Ελληνική γλώσσα δεν είναι χαμηλό, ιδιαίτερα στην ηλικιακή ομάδα των 25-64 ετών.


3. ΚΑΝΑΔΑΣ
Συνολικά 159.090 ομογενείς ανέφεραν στην τελευταία στατιστική καταγραφή ότι ομιλούν μία μητρική γλώσσα, από τα οποία 41.435 την Αγγλική, 2.270 την Γαλλική και 115.385 μη “επίσημες” γλώσσες (υπονοείται η Ελληνική γλώσσα). Αλλοι 18.220 ομογενείς ανέφεραν πολλαπλές μητρικές γλώσσες (κατά πάσα πιθανότητα Ελληνικά και Αγγλικά ή Ελληνικά και Γαλλικά).
Συνολικά 141.000 ομογενείς ανέφεραν κατά τη διάρκεια της τελευταίας στατιστικής καταγραφής ότι χρησιμοποιούν στο σπίτι μία μόνο γλώσσα. Απ’ αυτούς, 60.785 χρησιμοποιούν την Αγγλική, 2.285 την Γαλλική, και 77.935 άλλη (μη επίσημη) γλώσσα. Αλλοι 36.310 ομογενείς χρησιμοποιούν περισσότερες από μία γλώσσες στο σπίτι (κατά πάσα πιθανότητα Ελληνικά και Αγγλικά ή Ελληνικά και Γαλλικά).

[από την "Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού"]

Δεν υπάρχουν σχόλια: